Διαπλεκόμενες κρίσεις

stat2Ζητούνται Ευρωπαίοι

Όταν νίκησε η επανάσταση του 1848, που έδωσε στην αλληλοσπαρασσόμενη, κατακερματισμένη Ιταλία την ειρήνη και την εθνική της ενότητα, ο Μάσιμο ντ’ Αζέλιο, θριαμβευτής ηγέτης του Risorgimento και πρώτος πρωθυπουργός της ενιαίας χώρας, είπε: «Η Ιταλία έγινε, μένει τώρα να φτιάξουμε τους Ιταλούς».

Επί μισόν αιώνα τώρα γίνεται η Ευρώπη. Ένα μεγάλο και το πιο ανθηρό κομμάτι της αυτονομάσθηκε Ένωση και το υπόλοιπο, εκτός μόνον -ίσως προσωρινά- της Ρωσίας, επιδιώκει να συνενωθεί μαζί της. Φτιάχτηκαν όμως κατά τη διάρκεια αυτής της πενηντάχρονης διαδικασίας και οι Ευρωπαίοι;

Η μακρόσυρτη, τραχιά, άλλοτε ορμητική κι άλλοτε ανάστροφη πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση σκιαγραφείται στο επόμενο κεφάλαιο. Εδώ θα επιχειρηθεί η επισήμανση των στοιχείων που συναπαρτίζουν τη σημερινή κατάσταση -έναν κρίσιμο σταθμό της δύσκολης πορείας. Είναι κρίσιμος σταθμός, καθώς βρισκόμαστε στο τελευταίο έτος του φοβερότερου αιώνα της παγκόσμιας Ιστορίας• στο κατώφλι της καινούργιας χιλιετίας, που όλοι ευχόμαστε να φέρει κάτι καλύτερο και πιο καθαρό από την προηγούμενη.

Οι ημερολογιακοί σταθμοί ασφαλώς δεν σημαίνουν καθαυτοί τίποτε το συγκλονιστικό, τίποτε ανατρεπτικό στην αδιάκοπη κι αυτόνομη ροή του χρόνου. Επιτρέπουν όμως οι μεγάλες επέτειοι -και έως έναν βαθμό επιτυγχάνουν- να συνεκτιμώνται ανακεφαλαιωτικά οι θετικές και οι αρνητικές συνέπειες των δραστηριοτήτων και της συμπεριφοράς μας. Μας υποχρεώνουν ψυχολογικά ν’ ανανεώσουμε τις φθαρμένες ιδέες μας. Να προσανατολισθούμε με την πανάκριβα κερδισμένη πείρα προς μια νέα εποχή με αυξημένες ελπίδες, αλλά και βαθύτερη αίσθηση ευθύνης. Είναι για κάθε ενεργό πολίτη η ευκαιρία, με μια λέξη, της αυτοκριτικής.

Αν επιδίδονταν σε αυστηρήν αυτοκριτική όσοι πιστεύουν ότι είναι ήδη Ευρωπαίοι, μπορεί να παραδέχονταν ότι πολλά ακόμη τους λείπουν για να ανταποκρίνονται πράγματι στο αληθινό και πλήρες περιεχόμενο του όρου. Ωστόσο δεν είναι, από πολλές απόψεις, ασήμαντο ότι το πιστεύουν. Έστω και με την ελαττωματικότητά τους εξακολουθούν να αποτελούν ωστική δύναμη στις διστακτικές φάσεις της ευρωπαϊκής πορείας. Το σοβαρότερο για τη λειψή και παραπαίουσα «Ευρώπη» είναι ότι υπάρχουν πολλοί που ούτε πιστεύουν ότι είναι, αλλά ούτε και θα ήθελαν να γίνουν Ευρωπαίοι. Κι αυτοί, αντί να μειώνονται, καθώς περνούν τα χρόνια και διακλαδώνεται η υπερεθνική οργάνωση αντιθέτως αυξάνονται. Δεν ανακόπτουν απλώς την ευρωπαϊκή πορεία απομακρύνοντάς την από το αφετηριακό της Όραμα. Με την αδιαφορία ή και τον αρνητισμό τους εμποδίζουν την «Ευρώπη», όση και αν έχει αποκτήσει ήδη πραγματική υπόσταση, να παίξει τον ρόλο που θα όφειλε να διαδραματίζει στις παγκόσμιες υποθέσεις σε μια περίοδο μεγάλων, τεκτονικών αλλαγών. Και οι αλλαγές αυτές είναι πια αισθητές στον σφαιρικό ανασχηματισμό που απεργάζεται η ιλιγγιώδης πρόοδος των τεχνολογικών εφαρμογών της επιστήμης με τη συλλεκτική όσο και παραπλανητική ονομασία της παγκοσμιοποίησης.

Με την έννοια που αναζητούσε ο ντ’ Αζέλιο να φτιάξει Ιταλούς για την Ιταλία που είχε ενοποιηθεί, αναζητούνται σήμερα Ευρωπαίοι για μια Ευρώπη που ακόμη πολύ απέχει από την ενοποίησή της και κινδυνεύει να μείνει για πάντα κατακερματισμένη κι ανίσχυρη στις επερχόμενες παγκόσμιες εξελίξεις.

Ενοχές και ελπίδες

Δεν είναι παράτολμο να υποστηρίξει κάποιος ότι είναι σήμερα και ποσοτικά μικρότερη και ποιοτικά χαμηλότερη η ευρωπαϊκότητα των πολιτών παρ’ όσο πριν από 50 χρόνια. Τότε, ευθύς μετά τον τερματισμό της παγκόσμιας πολεμικής σύρραξης, με τα πένθη, τις καταστροφές και τις ενοχές που είχε συσσωρεύσει, η λαχτάρα για ειρήνη και ανθρώπινη διαβίωση συνιστούσε μιαν ευρύτατη, ειλικρινή και εγερτήρια δύναμη για αναδημιουργία, συνεργασία και αλληλεγγύη. Το όραμα μιας Ενωμένης Ευρώπης ήταν ο διάχυτος πόθος για εξιλέωση μιας αμαρτωλής ηπείρου• η παρηγορητική ταυτόχρονα ελπίδα της αναγέννησης μιας άλλης Ευρώπης στη θέση της.

Δεν επιζούν σήμερα αυτά τα κίνητρα, καθώς δύο περίπου γενιές ωριμάζουν στα θερμοκήπια των καταναλωτικών κοινωνιών. Την εφησυχαστική θαλπωρή τους ονειρεύονται κι όσες κοινωνίες δεν τα διαθέτουν. Οι επιδιώξεις και οι συνακόλουθοι ανταγωνισμοί εκδηλώνονται με πείσμα, αλλά προσγειωμένοι στο αιχμηρό οικονομικό πεδίο, όπου τα πάντα είναι αμέσως μετρήσιμα σε χρήμα. Ακόμη και όταν διεξάγονται σκληρές αντιπαραθέσεις με ιδεολογική επίφαση, ακόμη και όταν παρατηρούνται τρομακτικά ρήγματα στην κατεστημένη τάξη, είναι οι οικονομικοί υπολογισμοί που κυριαρχούν στη σκέψη όλων και ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους.

Δέκα χρόνια πριν τελειώσει ο 18ος αιώνας ο οξύτατος Έντμουντ Μπερκ, ο λεγόμενος Άγγλος Κικέρων, είχε διατυπώσει μια προφητεία – κατάρα: «Ήρθε η εποχή των σοφιστών, των οικονομολόγων και των υπολογιστών και η αίγλη της Ευρώπης σβήνει για πάντα». Την ανέσυρε 200 περίπου χρόνια αργότερα από το πολυθόρυβο έργο του διαπρύσιου επικριτή της Γαλλικής Επανάστασης ο κορυφαίος κοινωνιολόγος Ρεϊμόν Αρον. Αγωνιώντας για την πολιτισμική απαξίωση της γηραιάς ηπείρου, ενώ δέσποζε ακόμη ο Ψυχρός Πόλεμος, τονίζει στο μαχητικό βιβλίο του Υπεράσπιση της Παρακμάζουσας Ευρώπης:[Raymond Aron, Plaidoyer pour l’Europe decadente, Robert Laffont, Paris 1977, σ. 469-514.]

Δεν χωρεί αμφιβολία: Η Δυτική Ευρώπη, μετά 25 χρόνια μιας οικονομικής ανάπτυξης χωρίς προηγούμενο, περνάει τώρα μια κρίση που είναι ταυτόχρονα οικονομική, πολιτική και κοινωνική. […] Η ανιδιοτέλεια, η αυτοθυσία, η αφοσίωση στο δημόσιο αγαθό χωρίς τον φόβο άλλων κυρώσεων εκτός από τον έλεγχο της συνείδησης, όλες αυτές οι αξίες ανήκουν στον κόσμο της παράδοσης• μοιάζουν αποξενωμένες από τα κίνητρα των τυπικών παραγόντων του σύγχρονου πολιτισμού —είτε πρόκειται για την επιθυμία της απόλαυσης που διακατέχει τον καταναλωτή είτε για την προμηθεϊκή φιλοδοξία των παραγωγών.

Μήπως έχει δίκιο ο Μπερκ; -αναρωτιέται ο Αρον.

Κρίσεις ζωογόνες;

Εφέτος, τελευταίο έτος του αιώνα που διανύουμε, έχουν συμπυ-κνωθεί, αλληλεπιδρώσες, όλες οι επιπτώσεις από τις κρίσεις που ξέσπασαν κατά καιρούς. Μια νέα σειρά πιο πρόσφατων και ξεχωριστών κρίσεων, διαφόρων αιτίων και μεγεθών, μας παρέχει την ευχέρεια να δούμε φασματοσκοπικά τη γενική εικόνα των προβλημάτων που θα συζητηθούν στα επόμενα κεφάλαια.

Πρέπει πάντως προκαταβολικά να λεχθεί ότι κάθε κρίση δεν σημαίνει ότι προμηνύεται καταστροφή. Μπορεί να μην ισχύει στα πολιτικά πράγματα η νιτσεϊκή σκέψη πως η θεραπευτική δύναμη βρίσκεται μέσα στις ίδιες τις πληγές. Αποδείχθηκε όμως ισχυρή και κατέστη με την επανάληψη κοινότοπη, αυταπόδεικτη αλήθεια η ρήση των ευρω(γραφειο)κρατών: η Ευρώπη πέφτει κάθε τόσο σε κρίση και προχωρεί διαμέσου και εξ αιτίας των κρίσεων αυτών.

Υπάρχει και θεωρητικότερη προσέγγιση στην «κρισεολογία». Ο Εντγκάρ Μορέν που αναλύει το φαινόμενο θεωρεί ότι η κατάχρηση του όρου τον άδειασε από το περιεχόμενό του. Κατά τον Γάλλο στοχαστή: [Edgar Morin: Pour sortir du XX siecle, Fernand Nathan, Paris 1981.]

Η κρίση δεν είναι απλώς το ρήγμα σ’ ένα συνεχές —δηλαδή η αναταραχή σ’ ένα σύστημα φαινομενικά σταθερό. Είναι συνάμα και η αύξηση των εναλλαγών— συνεπώς των αβεβαιοτήτων. Εμφανίζεται με μετασχηματισμό της σχέσης συμπληρωματικότητες- ανταγωνισμοί κι εξελίσσεται σε ραγδαία εκδήλωση παρεκκλίσεων απέναντι στις τάσεις. Βρισκόμαστε λοιπόν σε φαινόμενα που αποτελούν όχι μόνον π.χ. κρίση πολιτισμική (όπως λόγου χάρη τον Μάιο του ’68 στο Παρίσι) ή οικονομική (όπως η πετρελαϊκή του 1973), αλλά και τρόπο ύπαρξης (mode d’être) των κοινωνιών μας.

Ο Μορέν επικαλείται τον Αντόνιο Νέγκρι, που έχει γράψει ότι η κρίση δεν είναι το αντίθετο της ανάπτυξης αλλά η ίδια η μορφή της. Προσθέτει ο Γάλλος κοινωνιολόγος: Η ανάπτυξη δεν συντελείται αδιατάρακτα επάνω σ’ ένα βάθρο πολιτισμικό, εκπολιτιστικό ή κοινωνικό. Ακολουθεί αδιάσπαστα την κατάργηση/μετασχηματισμό του βάθρου κι αυτή η διαδικασία αποδιοργάνωσης/αναδιοργάνωσης έχει χαρακτήρα κρίσης. Έτσι οι κοινωνίες μας, που ασφαλώς μπορεί ν’ απειλούνται από κάθε είδους κρίσεις, ζουν επίσης από τις κρίσεις αυτές.

Προηγούμενα Άρθρα

Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ομιλία αποδοχής του Βραβείου Καρλομάγνος

Read Next

Arthur Koestler, Το Ψευτοδίλημμα