Logo
Restore-El - 21 Μαρτίου 2015 14:51 μμ

Ιωάννης Ζίγδης, Σύντομη βιογραφία

zigdis2Γεννήθηκε στις 21 Ιουλίου 1913 και πέθανε στις 21 Οκτωβρίου 1997. Ήταν  οικονομολόγος και πολιτικός.
Σπούδασε στην Αθήνα, αλλά συνέχισε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στις Οικονομικές και Πολιτικές επιστήμες σε Γενεύη, Λωζάννη και Λονδίνο. Το 1939 ανακηρύχθηκε Διδάκτορας της Φιλοσοφίας του κλάδου της Οικονομικής (Ph.D. Econ.) από τη London School of Economics and Political Science του Λονδίνου. Ήταν καλός γνώστης της αγγλικής, γαλλικής και ιταλικής γλώσσας.
Τον Φεβρουάριο του 1944 μετακλήθηκε από τον καθηγητή Κυριάκο Βαρβαρέσσο, Υπουργό Συντονισμού της εξόριστης Κυβέρνησης, στο Λονδίνο, για να τον βοηθήσει στο έργο της προετοιμασίας της επίλυσης των οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας μετά τη λήξη του πολέμου. Από τον Ιούνιο του 1944 μέχρι τα τέλη του 1947 υπηρέτησε στο διεθνές προσωπικό τηςUNRRA, στην αρχή στο Λονδίνο και κατόπιν στην Αθήνα. Από την τελευταία αυτή θέση, ως πρόεδρος της μεγάλης Επιτροπής Τεχνικών και Οικονομολόγων, κατάρτισε το πρώτο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα για τον εξηλεκτρισμό και την εκβιομηχάνιση της Ελλάδας.
Το 1950 εξελέγη μεταξύ των πρώτων Βουλευτών Δωδεκανήσου, και από τότε επανεκλεγόταν σχεδόν συνεχώς. Υπουργός Βιομηχανίας (1951-1952)
Σταθερά ευρωπαϊκή συνείδηση, ο Γιάννης Ζίγδης ήταν ένας από τους ιδρυτές του Εθνικού Συμβουλίου Ελλάδας της “Ευρωπαϊκής Κίνησης” (η οποία ιδρύθηκε από τον Ουίνστων Τσώρτσιλ), υπήρξε και αντιπρόεδρος του από το 1953, ως το 1968, όταν παραιτήθηκε λόγω της επιβολής της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα.
Έλαβε μέρος στην Πανευρωπαϊκή Συνδιάσκεψη για τα θέματα της οικονομικής ανασυγκρότησης της Ελλάδας, που οργανώθηκε από κοινού με το Εθνικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κίνησης του Βελγίου στις Βρυξέλλες (1953), στην οποία έπεισε τους αντιπροσώπους των άλλων κρατών ότι η Ελλάδα μπορούσε να εκβιομηχανιστεί σε σχετικά μικρό διάστημα, αποτελεσματικά, με βάση τα στοιχεία της UNRRA.
Υπέρμαχος της ένταξης στην Ε.Ο.Κ. από το 1957, όταν ο Αναπληρωτής Καγκελάριος της Γερμανίας Έρχαρτ κάλεσε την Ελλάδα να γίνει ιδρυτικό μέλος υπό ειδικά προνομιακούς όρους. Η τότε κυβέρνηση Καραμανλή, όμως, αρνήθηκε και προτίμησε, “σύμφωνα με Βρετανικές υποδείξεις”, την ένταξη στην Ε.Ζ.Ε.Σ. Σύντομα όμως, αυτή αντιλήφθηκε το λάθος της και ζήτησε, το 1961, την σύνδεση της χώρας με την Ε.Ο.Κ. και όχι την ένταξη, όπως έπρεπε – επιλογή την οποία επέκρινε δριμύτατα ο Ζίγδης στη Βουλή.Διετέλεσε μέλος της Συμβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (1964-1967), και μέλος της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Συνδέσεως Ε.Ο.Κ. – Ελλάδος, 1965-1967.
Βλέπε και έργο του “Ε.ΔΗ.Κ. & Ε.Ο.Κ. Η ένταξη, τα ελληνικά συμφέροντα και τα ελληνικά κόμματα”, 1977
euf[…] Κύριοι βουλευταί, ελέχθη ήδη και είναι τούτο ακριβές, ότι σπανίως ήχθη ενώπιον Ελληνικού Κοινοβουλίου σύμβασις προς κύρωσιν της σημασίας της παρούσης. Δεν πρέπει να εκπλήξη, εάν είπω ότι ψηφίζοντες την σύμβασιν αυτήν, κάνομεν κάτι περισσότερον από ό,τι εάν ψηφίζωμεν Σύνταγμα, διότι εάν το Σύνταγμα έχη ηυξημένην τυπικήν δύναμιν, η ουσία της συζητουμένης συμβάσεως υπερβαίνει κατά πολύ τας διατάξεις ενός Συντάγματος. Διότι η προς κύρωσιν Σύμβασις αποτελεί θέσιν ενός οροσήμου εις τον ελεύθερον ημών πολιτικόν βίον. Αφ’ ης κυρωθή αύτη, η επιχείρησις που λέγεται Ελλάς θα αρχίση παύουσα να υπάρχη και θα συγχωνευθή με τον μεγαλύτερον Οίκον, που λέγεται Ευρώπη. Εφεξής, θα παύσωμεν να αντιμετωπίζωμεν τα οικονομικά προβλήματά μας μόνοι μας και θα συνασπισθώμεν με τα κράτη της Κοινής Αγοράς διά να τα αντιμετωπίζωμεν από κοινού. Και θέλω να τονίσω, ότι όσα είπον μέχρι της στιγμής δεν αποτελούν ούτε ρητορικόν σχήμα ούτε υπερεκτίμησιν της πραγματικότητος, αλλ’ αντικειμενικήν διαπίστωσιν. […]
Διετυπώθησαν αντιρρήσεις πολλαί και σοβαραί διά την είσοδόν μας εις την Κοινήν Αγοράν και διετυπώθησαν αι αντιρρήσεις από τρεις κυρίως κατευθύνσεις. Πρώτον, από την κατεύθυνσιν των “επενδεδυμένων συμφερόντων”, τα οποία βλέπουν ότι ζημιώνονται καιρίως. Δεύτερον, από θεωρητικούς οικονομολόγους και πολιτικούς προσδεδεμένους εις πεπαλαιωμένας, φοβούμαι, αντιλήψεις και θεωρίας. Και τρίτον, διετυπώθησαν αντιρρήσεις από εκείνους, οι οποίοι φοβούνται, ότι η σύνδεσίς μας με την Κοινήν Αγοράν θα έχη μοιραίως πολιτικάς συνεπείας, αι οποίαι δεν τους είναι καθόλου συμπαθείς. […]
Το τρίτο επιχείρημα ήτο το επιχείρημα, της εκμεταλλεύσεως. Ελέχθη ότι η σύστασις της Κοινής Αγοράς, οφείλεται εις συνωμοσίαν των ευρωπαϊκών μονοπωλίων δι’ αποικιακήν εκμετάλλευσιν των ολιγώτερον ανεπτυγμένων λαών της Ευρώπης. Η κίνησις όμως διά την δημιουργίαν της Πανευρώπης, αποτελεί μηχανοραφίαν των μονοπωλίων ή αποτελεί την ευγενεστέραν προσπάθειαν των εκλεκτοτέρων ευρωπαίων διά την δημιουργίαν μιας τρίτης δυνάμεως, διά της οποίας θα διαφυλαχθή ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, αλλά και αυτή η υπόθεσις της παγκοσμίου ειρήνης. Και είναι πράγμα το οποίον πας τις οφείλει να γνωρίζη και εντός της αιθούσης και εν τοις πεζοδρομίοις. Αλλά πέραν αυτού γίνεται και μία λίαν τεχνητή σύγχυσις μεταξύ μονοπωλίου και μεγάλης επιχειρήσεως. Υπάρχουν μονοπωλιακαί επιχειρήσεις εις την Ευρώπην π.χ. διά την κατασκευήν αυτοκινήτων; Υπάρχουν βεβαίως μεγάλες επιχειρήσεις. Και δεν θα έπρεπε, βεβαίως, να συγχέωμεν την έννοιαν της μεγάλης επιχειρήσεως με το μονοπώλιον. Ειναι γεγονός ότι η τεχνική επιβάλλει την συγκέντρωσιν εις μεγάλας επιχειρήσεις, διότι δι’ αυτών προάγεται η παραγωγικότης. Και η δημιουργία μεγάλων επιχειρήσεων αποτελεί αδήριτον ανάγκην της σημερινής τεχνικής και οικονομικής οργανώσεως. ΄Αλλο όμως είναι το μονοπώλιον: η εμφανής ή συγκεκαλυμένη συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων δι’ ωρισμένον προϊόν, η κατανομή των αγορών μεταξύ των και ο περιορισμός της παραγωγής. Είναι δυνατόν να υποστηριχθή ότι διά την πραγματοποίησιν τοιούτων συμφωνιών μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων επεζητήθη η δημιουργία της Κ.Αγοράς; Το αντίθετον είναι ορθόν. Εις λόγος της συμπτήξεως της Κ.Αγοράς είναι και η δημιουργία μεγάλων επιχειρήσεων, συμφώνως προς τας επιταγάς της συγχρόνου τεχνικής και οικονομικής οργανώσεως και προς αποφυγήν σπατάλης κεφαλαίων και ανθρωπίνου μόχθου. […]
Αλλά θα ήθελον να προσθέσω και το εξής: Σήμερον εις τας ευρωπαϊκάς χώρας υπάρχουν κυβερνήσεις του κέντρου ή της δεξιάς. Αναμφισβητήτως υπάρχει δυνατότης αύριον να έλθουν εις την εξουσίαν κυβερνήσεις σοσιαλιστικαί, αι οποίαι δεν θα είναι ασφαλώς ουραγοί των μονοπωλίων και ασφαλώς θα θελήσουν να τα χαλιναγωγήσουν. Εφ’ όσον υπάρχει αυτή η δυνατότης, πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται η έννοια της Ηνωμένης Ευρώπης με την έννοια ενός μονοπωλιακού καπιταλισμού του τύπου του 19ου αιώνος;
Αλλά τέλος μήπως μας επίεσαν να εισέλθωμεν εις την Κοινήν Αγοράν; Εάν ήτο ορθόν το λεχθέν, θα ησκείτο και εφ’ ημών μία πίεσις. Το αντίθετον όμως συνέβη. Διότι οι εξ δεν εσκέφθησαν εξ αρχής να δημιουργήσουν ένωσιν δι’ όλους τους Ευρωπαίους αλλά περιωρίσθησαν εις τους πλουσίους, διά να έχουν αυτοί την ωφέλειαν.
Η επίκλησις επομένως του επιχειρήματος της εκμεταλλεύσεως ως και της συνωμοσίας των μονοπωλίων, προϋποθέτει ένα ακροατήριον, το οποίον δεν ζη τουλάχιστον εις την Ευρώπην.
Άλλο επιχείρημα είναι ότι, ευθύς ως θα εισέλθωμεν εις την Κοινήν Αγοράν, θα γίνωμεν δούλοι των ξένων κεφαλαίων. Βεβαίως υπήρξαν χώραι διά τας οποίας το ξένον κεφάλαιον υπήρξε μάστιγξ. Αλλά υπήρξαν και χώραι αίτινες ανεπτύχθησαν χάρις εις το ξένον κεφάλαιον. Η Αμερική ανεπτύχθη από τας επενδύσεις του αγγλικού κεφαλαίου.Και ο Καναδάς επίσης από επενδύσεις του αμερικανικού και αγγλικού κεφαλαίου. Το σημερινόν θαύμα της Ολλανδίας οφείλεται εν πολλοίς εις τας επενδύσεις του αμερικανικού κεφαλαίου. Εμερίμνησαν οι Ολλανδοί να δημιουργήσουν όρους προσελκύσεως του αμερικανικού κεφαλαίου καλλιτέρους από άλλας ευρωπαϊκάς χώρας και επέτυχον ούτω κατακλεισμόν ιδρύσεως νέων εργοστασίων. Αλλά μήπως η σύγχρονος άνοδος της Γερμανίας δεν οφείλεται κατά πολύ εις τας επενδύσεις του αμερικανικού κεφαλαίου, όπως επίσης και της Ιταλίας;
Όταν ομιλούμε κ. συνάδελφοι επί τοιούτων θεμάτων, δεν πρέπει να συγχέωμεν τας εννοίας. Το πώς θα εργασθή και πώς θα φερθή το ξένον κεφάλαιον, εξαρτάται από τας χώρας εις τας οποίας επενδύεται.
Εάν εγκαθίσταται εις ωργανωμένην χώραν, θα είναι ωφέλιμον, εάν όμως εισέλθη εις αδύνατον χώραν και ανοργάνωτον, τότε γίνεται ότι είναι επίσης γνωστόν.
Επανειλημμένως, από του βήματος τούτου, επέκρινα συμβάσεις επενδύσεως ξένων κεφαλαίων εις την χώραν μας, διότι οι όροι ήσαν ληστρικοί. Αφ’ ης όμως γίνομεν μέλος της Κοινής Αγοράς, με ποίαν δικαιολογίαν θα ζητούνται άλλοι όροι από εκείνους που ισχύουν εις τα άλλα μέλη της Κοινής Αγοράς; Κατόπιν της εισόδου μας εις την Κοινήν Αγοράν, το ξένον κεφάλαιον θα εισέρχεται όχι με νόμους κατασκευής μας, αλλά με νόμους ως εκείνοι οι οποίοι ισχύουν εις την Γερμανίαν, Ιταλίαν κ.λ.π., όπου εφαρμόζονται οι νόμοι οίτινες ισχύουν και διά τα ιδικά των κεφάλαια.
Θα ήθελα, επίσης, κ.συνάδελφοι, να συγκρίνετε την σημερινήν κατάστασιν του λεγομένου κεφαλαιοκρατισμού με την κατάστασιν του 19ου αιώνος. Αι Ηνωμέναι Πολιτείαι διέθεσαν μετά τον τελευταίον πόλεμον και εντός 5ετίας, 15 δισεκατομμύρια δολλάρια διά να παράσχουν τα μέσα να γίνη η Ευρώπη ο κυριώτερος συναγωνιστής των. Αναφέρομαι εις το σχέδιον Μάρσαλ. Δεν έρχεται ως εκμεταλλευτής το κεφάλαιον όπως κατά τον 19ον αιώνα, αλλά έρχεται πρωτίστως ως παράγων αρωγής και αναπτύξεως.
Έτερον επιχείρημα κατά της εισόδου μας, είναι το προκύπτον εκ μιας στατικής ενατενίσεως της οικονομίας. Υπεστηρίχθη πράγματι, ότι την επομένην της εισόδου μας εις την Κοινήν Αγοράν, το μεγαλύτερον τμήμα του παραγωγικού μας μηχανισμού, θα παραλύση και το μεγαλύτερον μέρος του εργατικού δυναμικού, θα ευρεθή άνευ απασχολήσεως.
Το 1957 ωργάνωσε το Εμποροβιομηχανικόν Επιμελητήριον της Ελλάδος μίαν ειδικήν εβδομάδα διά να μελετηθούν αι συνέπειαι της εισόδου μας εις την Κοινήν Αγοράν. Οι αριθμοί οίτινες ανεφέρθησαν τότε και εδημοσιεύθησαν, επανελήφθησαν δε και εδώ είναι εντυπωσιακοί. Θα μου επιτρέψητε να τους επαναλάβω: Επί εργατικής δυνάμεως 143.000 εργατών, μόνον οι 67.500 θα είχον απασχόλησιν. Η αξία της βιομηχανικής παραγωγής από 17.3 δισ. δρχ., θα περιωρίζετο εις 8,2 δισ. Εκ του επενδεδυμένου δε κεφαλαίου 400 εκατ. δολλαρίων, 208 εκατ. δολλάρια θα ηχρηστεύοντο. Είναι ή δεν είναι, επομένως, καταστροφή η ένταξίς μας εις την Κοινήν Αγοράν;
Αλλά όλα αυτά είναι αφελή, διότι πάσχουν από δύο βασικά ελαττώματα: Πρώτον, διότι προϋποθέτουν ακαριαίον δασμολογικόν αφοπλισμόν. Και δεύτερον, διότι αντιμετωπίζουν την οικονομικήν πραγματικότητα στατικώς. Αλλοίμονον όμως αν εις την οικονομικήν ζωήν τα πράγματα ήσαν στατικά. Αλλοίμονον αν, καταστρεφομένης μιάς βιομηχανίας έμενε ο χώρος ακάλυπτος. Η δυναμική της οικονομίας συνίσταται ακριβώς εις το ότι από τα συντρίμμια μιάς αποτυχούσης μονάδος, αναπτύσσεται νέα, που φέρει την ανάπτυξιν εις υψηλότερα επίπεδα.
Πρέπει να το κατανοήσωμεν καλώς: η φάσις της ανεξαρτήτου οικονομικής υποστάσεως των καθ’ έκαστον κρατών παρήλθεν. Και παρήλθεν, πολύ περισσότερον, η εποχή της χιμαιρικής επιδιώξεως της αυταρκείας.
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότης δεν είναι μία απλή τελωνειακή ένωσις.Όταν θα λήξη το μεταβατικόν στάδιον θα έχει μεταβληθή εις μίαν ενιαίαν οικονομικήν μονάδα, εντός της οποίας θα έχη διαμορφωθή καθεστώς πλήρους ελευθερίας κινήσεως των συντελεστών της παραγωγής, του κεφαλαίου του εργατικού και επιχειρηματικού δυναμικού. Ταυτοχρόνως θα έχη διαμορφωθή κατάστασις ενιαίας ρυθμίσεως της νομισματικής πολιτικής των κοινωνικών προβλημάτων και όλων των άλλων τομέων της οικονομικής δραστηριότητος.
Εντός του ενιαίου αυτού χώρου, επομένως, η κατανομή της παραγωγικής δραστηριότητος θα γίνεται με την βάσιν των κανόνων του συγκριτικού κόστους εκ του οποίου όλαι αι χώραι, ή μάλλον αι περιφέρειαι, θα εξασφαλίσουν δι’ αυτάς ένα σημαντικόν μέρος της κοινής παραγωγής και τας προϋποθέσεις της περαιτέρω αναπτύξεώς των. Δεν είναι δυνατόν συμφώνως με την θεωρίαν του συγκριτικού κόστους, και αν μία περιφέρεια υπερέχη μιάς άλλης εις την παραγωγήν δύο προϊόντων να μονοπωλήση και τα δύο, διότι αν περιορισθή εις μόνην την παραγωγήν του ενός, εις την οποίαν έχει μεγαλυτέραν υπεροχήν το κέρδος της θα είναι μεγαλύτερον. Δεν είναι δυνατόν δε να υπάρχουν κατά περιφερείας μεγάλαι διαφοραί εις την αμοιβήν του κεφαλαίου και της εργασίας, διότι οι συντελεσταί αυτοί δυνάμενοι ελευθέρως να κινηθούν, θα επιφέρουν διά της μετακινήσεώς των την σχετικήν εξισορρόπησιν των αμοιβών των. Δεν είναι ακόμη δυνατόν να αφεθή μία περιοχή με καθυστερημένας μεθόδους επιχειρηματικής και κρατικής διοικήσεως και να υπάρχουν άλλαι με ανεπτυγμένας τοιαύτας. Θα είναι υποχρεωτική η οικονομική αυτή μονάς της Κοινότητος να κατανείμη εις όλα τα τμήματά της την διαθέσιμον ποσότητα κεφαλαίων και εργασίας ως επίσης και την ανθρωπίνην σοφίαν και τεχνικήν. […]
Και ας έλθωμεν τώρα εις την Ελλάδα διά να ίδωμεν τι θα γίνη με την σύνδεσίν της με την Κοινήν Αγοράν. Ας διερευνήσωμεν ποίας ελπίδας έχομεν και ποίους κινδύνους διατρέχομεν διά την επίλυσιν του προβλήματος της οικονομικής αναπτύξεως.
Αι βιομηχανίαι και βιοτεχνίαι τοπικής σημασίας, ως και εκείναι των οποίων το τεχνολογικόν όπτιμουμ δεν προϋποθέτει μεγάλην αγοράν, δεν πρόκειται να θιγούν από την ένταξιν μας εις την Κοινήν Αγοράν.
Εκεί όμως όπου θα πρέπει να αναμένωμεν βέβαιον θάνατον, είναι αι επιχειρήσεις των οποίων το τεχνολογικόν όπτιμουμ προϋποθέτει αγοράν μεγαλυτέρας εκτάσεως της ελληνικής. Εις την χώραν μας, δυστυχώς, έχομεν σειράν βιομηχανιών, αι οποίαι ίστανται όρθιοι μόνον χάρις εις το υπέρμετρον και αναρχικόν καθεστώς του υπερπροστατευτισμού. Αυταί αι επιχειρήσεις πρέπει να είμεθα βέβαιοι, ότι θα εκλείψουν. Και πρέπει να εκλείψουν, διότι, κ. βουλευταί, εάν δεν κόψωμεν τους σάπιους και ξηρούς κλάδους, δεν θ’ ανθίση ποτέ το δένδρον της ελληνικής οικονομίας. Η διατήρησις τοιούτων επιχειρήσεων αποτελεί ζημίαν διά το σύνολον της οικονομίας. Εάν δεν εκλείψουν αυταί αι επιχειρήσεις θα χαθούν όλαι αι ελπίδες περαιτέρω ουσιαστικής αναπτύξεως. Το να διατηρούμεν ένα πτώμα εις το σπίτι μας, οσονδήποτε και αν το βαλσαμώσωμεν καλά, πάντοτε θα δημιουργή κινδύνους μολύνσεων. Δυστυχώς, δι’ ημάς έχει καταστή κανών οσάκις επτώχευεν επιχείρησίς τις, να επιστρατεύωνται ισχυροί φίλοι, ακόμη και βουλευταί, διά να πιέσουν τας εκάστοτε κυβερνήσεις, όπως εξευρεθή τρόπος να διατηρηθή εν τη ζωή, με σύνηθες αλλ’ απατηλόν δικαιολογητικόν, την μη αποστέρησιν της εργασίας των εις αυτήν εργαζομένων. Και τοιουτοτρόπως η επιχείρησις εξηκολούθει να ζη και να παρεμποδίζη την ανάπτυξιν των άλλων υγιώς επιχειρήσεων. Δεν θέλω να αναφέρω συγκεκριμένας περιπτώσεις. αι οποίαι αποτελούν καρκινώματα διά την ελληνικήν οικονομίαν, και αι οποίαι εξακολουθούν να ζουν διά την μη δημιουργίαν δήθεν κοινωνικών προβλημάτων. Και όμως, κ. βουλευταί, το ψωμί των εργατών δεν το κόβομεν εάν αφήσωμεν την επιχείρησιν εκείνην να κλείση. Το κόβομεν από την ημέραν που της επιτρέπομεν να ζη εις βάρος της λοιπής οικονομίας του τόπου. Είμαι βέβαιος, ότι από σήμερον και εμπρός θα έχωμεν δράματα εις την αίθουσαν αυτήν. Επηρεασμένοι από την παλαιάν νοοτροπίαν θα προσπαθήσωμεν να αντιδράσωμεν εις το νέο πνεύμα το οποίον πρέπει να μας διέπη από της κυρώσεως της συμβάσεως.
Κύριοι βουλευταί, το καίριον θέμα, το οποίον προβάλλεται εκ της συνδέσεώς μας με την Κοινήν Αγοράν, είναι η αποκατάστασις του παράγοντος κόστους, ως του υπάτου ρυθμιστού της παραγωγικής διαδικασίας.
Εις την χώραν αυτήν του εξάλλου προστατευτισμού η έννοια του κόστους έχει παύσει να παίζει ρόλον ρυθμιστού της παραγωγής, διότι μέσα εις την θολήν ατμόσφαιραν, που έχει δημιουργηθή το κέρδος του επιχειρηματίου εξαρτάται από εντελώς άλλους παράγοντας ή απ’ αυτόν. Και αυτό ισχύει όχι μόνον διά την βιομηχανίαν, αλλά και την γεωργίαν. Και διά τούτο βλέπομεν το παράδοξον, μία επιχείρησις να πηγαίνη κατά διαβόλου από απόψεως επιχειρηματικής και τεχνολογικής συγκροτήσεως και εν τούτοις να αποκομίζη σημαντικά κέρδη, λόγω ακριβώς της ατσιδωσύνης του επιχειρηματίου. Τούτο κυρίως οφείλεται εις το ότι ο επιχειρηματίας δεν αισθάνεται καμμίαν υποχρέωσιν να φροντίση διά την εξυγίανσιν της επιχειρήσεώς του, αφού δι’ άλλων μεθόδων θα αποκτήση ευρύτερα και σταθερώτερα οικονομικά οφέλη. Και εν τη προσπαθεία του αυτή επικαλείται τας κοινωνικάς δήθεν συνεπείας εκ του κλεισίματος της επιχειρήσεως. – πράγμα το οποίον διαθέτει ευμενώς υπέρ των απαιτήσεών του και βουλευτάς και κυβερνήσεις!
Είναι γνωστόν, ότι η τάξις των βιομηχάνων κατώρθωσεν εις κάθε αποτυχίαν να απαλλάσσεται των οικονομικών κυρώσεων και να επιβραβεύεται διά νέας δασμολογικής προστασίας, διά νέων φορολογιών, διά νέων χρηματοδοτήσεων. Ιδού διατί συνεπώς δεν έχει καμμίαν σχέσιν εις την χώραν μας το κέρδος με το κόστος. Ο κ. Γαρουφαλιάς, ο οποίος αναμφιβόλως είναι αρμοδιώτερος εμού εις τα των βιομηχάνων, πολύ ορθώς εις την ομιλίαν του ανέφερεν, ότι, εάν δεν αποκαταστήσωμεν το συντομώτερον την αυτού μεγαλειότητα το κόστος εις τον κυριαρχικόν ρόλον του εισερχόμενοι εις την Κοινήν Αγοράν, δημιουργούμεν πολύ δυσκόλους καταστάσεις διά τον εαυτόν μας.
Υπό το κράτος του αχαλινώτου προστατευτισμού, η ελληνική κοινωνία, ενσυνειδήτως ή ασυνειδήτως, δεν καταβάλλει άλλη προσπάθεια ειμή πώς να μεταφέρη το εισόδημα από της μιας τάξεως εις την άλλην. Η δημιουργία νέου εισοδήματος, είναι σχεδόν ξένη των επιδιώξεών της. Προστατεύομεν, επί παραδείγματι, την βιομηχανίαν εις βάρος της γεωργίας. Προστατεύομεν, επίσης, την γεωργίαν εις βάρος αστικών τάξεων και της βιομηχανίας. Πού οδηγούμεθα όμως ούτω;
Μου ενθυμίζει η τακτική αυτή τον μύθον ενός Ρώσου συγγραφέως διά το επανωφόρι του Τζαννή. Εφθάρησαν οι αγκώνες και ο πτωχός Τζαννής έκοψε ένα κομμάτι από το άκρον του επανωφοριού του διά να τους επιδιορθώση. Όταν αντελήφθη ότι ούτω εκόντινε επικινδύνως, έκοψε ένα μανίκι διά να διορθώση το ελάττωμα. Και επεζήτησε κατόπιν να θεραπεύση το κακό, χρησιμοποιών ένα τμήμα από τα πέτα κ.ο.κ. Εις το τέλος, φυσικά, δεν είχε παλτό. Το ίδιο ακριβώς γίνεται και εις την σημερινήν ιδικήν μας οικονομίαν. Αντί να καταβάλωμεν προσπάθειαν δημιουργίας νέου εθνικού εισοδήματος προσπαθούμε να διανείμωμεν το ήδη υφιστάμενον αναλόγως της καπατσωσύνης εκάστου επιχειρηματίου, εκάστης τάξεως. Αυτή είναι η θλιβερά πραγματικότης.
Διότι ακριβώς επίστευον πάντοτε, ότι θα ηδυνάμεθα να εξέλθωμεν από τον φαύλον αυτόν κύκλον διά της εκβιομηχανίσεως της χώρας από των πρώτων ετών μετά την απελευθέρωσιν, ειργάσθην και επέτυχα κατά το μεγαλύτερον μέρος την κατάρτισιν προγράμματος εκβιομηχανίσεως. Τότε, ο συνάδελφος κ. Στεφανόπουλος, ήτο υπουργός του Συντονισμού και εγώ ευρισκόμην εις μίαν άλλην οργάνωσιν της Ούνρα. Προσεπαθήσαμεν να πείσωμεν τους Έλληνας ότι το συμφέρον μας ήτο η εκβιομηχάνισις της χώρας αλλά δυστυχώς, εις τας προσπαθείας μας αυτάς, απετύχαμεν. Αι αλληλοδιάδοχοι κυβερνήσεις ηρκέσθησαν να δίδουν αριθμούς περί της εξελίξεως του εθνικού εισοδήματος, οι οποίοι είναι κατά κανόνα απατηλοί.
Όταν από του τερματισμού του παγκοσμίου πολέμου και μέχρι σήμερον εις όλα τα ευρωπαϊκά κράτη εγένετο η μεγαλυτέρα οικονομική επανάστασις ημείς, δυστυχώς, δεν κατωρθώσαμεν να πράξωμεν τίποτε ή σχεδόν τίποτε διά την αύξησιν του παραγωγικού μας δυναμικού και την αύξησιν του εθνικού μας εισοδήματος. Εφόσον συνεπώς απετύχαμεν εις τας προσπαθείας μας, θεωρώ ως επιβεβλημένην την ένταξίν μας εις την Κοινήν Αγοράν, διότι και αν ακόμη μη μεμονωμένη προσπάθειά μας είναι ακατόρθωτος, εις μίαν συνεταιρισμένην Ευρωπαϊκήν Κοινωνίαν η προσπάθεια αυτή, είναι δυνατόν να συντελεσθή ευκολώτερον και συντομώτερον.
Εάν ετάχθημεν επομένως υπέρ της εντάξεώς μας εις την Κοινήν Ευρωπαϊκήν Αγοράν δεν επράξαμεν τούτο τυφλώς διά λόγους πολιτικής σκοπιμότητος, αλλά διότι πιστεύομεν ακραδάντως ότι λόγοι απολύτου οικονομικής ανάγκης επιβάλλουν την συνταύτισιν των τυχών μας με των γειτόνων μας. Και είμεθα ιδιαιτέρως ευτυχείς, διότι η οικονομική αναγκαιότης συμπίπτει με την πραγμάτωσιν των πολιτικών σκοπών, οι οποίοι κατά την κρίσιν μας εξυπηρετουν το εθνικόν συμφέρον.
Εάν μου επιτρέπετε μίαν προσωπικήν παρέκβασιν θα ομολογήσω προθύμως, ότι ούτω κρίνων τα πράγματα, νομίζω ότι ενεργώ ως καλός Ευρωπαίος. Και είμαι υπερήφανος αισθανόμενος μέλος της Ευρωπαϊκής οικογενείας. Διότι ως Ευρωπαίος πιστεύω, ότι πρέπει να δημιουργηθή μία τρίτη δύναμις διά να παρεμβληθή μεταξύ των δύο γιγάντων εκ του ανταγωνισμού των οποίων απειλείται γενική καταστροφή της ανθρωπότητος.Οι καλοί Ευρωπαίοι είναι, εν τελευταία αναλύσει, οι καλλίτεροι φίλοι και εγγυηταί της παγκοσμίου ειρήνης! […]


Καζάκος Πάνος

Έτοιμη για το μέλλον;

Η Ευρώπη μετά
την αναθεώρηση των συνθηκών

Το βιβλίο αυτό εξετάζει, πρώτον, τις αλλαγές που επιφέρει η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη στους κανόνες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και, δεύτερον, τις πιθανές επιπτώσεις της σε πολιτικές και συσχετισμούς! Αναδεικνύει ευκρινώς μόνιμα ευρωπαϊκά διλήμματα σχετικά με – το οικονομικό μοντέλο (φιλελεύθερη Ευρώπη» έναντι «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου»), – τη στρατηγική ασφαλείας («ειρηνική» (civilian) ή «στρατιωτική» δύναμη) και – την ταυτότητα της αυριανής Ευρώπης, που έχουν τη θέση τους σε ένα ανοιχτό διάλογο. Εξετάζονται επίσης τα ερωτήματα αν και πως οι απαντήσεις της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης θα επηρεάσουν τη θέση της Ελλάδας στο θεσμικό σύστημα της Ένωσης, την εξωτερική της ασφάλεια, τις οικονομικές πολιτικές της και τις ροές πόρων.

https://www.papazissi.gr/

Η ΕΥΡΩΠΗ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

εκδ. ΠΟΤΑΜΟΣ, Αθήνα 2000

Ας προσέξουμε τη μελαγχολική διαπίστωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή -διεθνώς αναγνωρισμένου μεγάλου Ευρωπαίου- για την έλλειψη προσωπικοτήτων που θα έδιναν πάλι όραμα και ορμή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Λίγες μέρες προτού πεθάνει μου είχε πει: «Σου έχω πει από πολύν καιρό και το επαναλαμβάνω, δεν πάει καλά η Ευρώπη!.. Έχει χάσει τον δυναμισμό της, την πίστη στον εαυτό της. Της έλειψε η θέληση για μια πραγματική πολιτική ένωση. Την ένωση που θα την καθιστούσε ικανή να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Προς το συμφέρον όλου του κόσμου. Κατατρίβεται με πολλά και αποφεύγει το βασικό: να διαμορφώσει στερεούς θεσμούς που θα υπηρετούν ένα μεγάλο όραμα. Έχασε τις ευκαιρίες που της παρουσιάστηκαν. Όσο εξαπλώνεται χωρίς γερά θεμέλια, τόσο αδυνατίζει και παραπαίει. Και ρωτώ: Πού βλέπεις σήμερα ηγέτες εμπνευσμένους από την Ευρωπαϊκή Ιδέα, έτοιμους να αγωνισθούν με συνέπεια για την πραγμάτωσή της; Πρόθυμους έστω να περιστείλουν κάπως τις εθνικές σκοπιμότητες και τους οικονομικούς ανταγωνισμούς; http://www.potamos.com.gr/


ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΜΟΥ ΠΛΕΥΡΑ

Με αφορμή κουβέντες των «μεγάλων» για έναν κόσμο που σχετικώς πρόσφατα είχε καταποντισθεί και που αυτοί είχαν γνωρίσει, γεννήθηκε σε ένα πεντάχρονο παιδί ένα αίσθημα, μισό περιέργεια και μισό νοσταλγία, για τη Μικρά Ασία των δικών του από την πλευρά της μητέρας του. Περνώντας από τα ακούσματα στα βιβλία και τα οικογενειακά χαρτιά, η γνώση για τις μικρασιατικές του ρίζες έγινε με τον καιρό πιο στέρεη και πήγε στον χρόνο πιο βαθιά, ώσπου στα δεκαεννέα του αξιώθηκε την πρώτη επίσκεψη στην άλλη πλευρά του Αιγαίου.

https://kaponeditions.gr/

ΠΙΕΡ ΒΙΝΤΑΛ-ΝΑΚΕ

ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

23,32€ 20,99€

Το βιβλίο Οι Δολοφόνοι της Μνήμηςτου μεγάλου ιστορικού και ελληνιστή Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη απάντηση στους αρνητές του Ολοκαυτώματος. Αποτελείται από πέντε δοκίμια, που αποσυναρμολογούν τους μηχανισμούς του ψεύδους και βοηθούν τον αναγνώστη να καταλάβει πώς μια τέτοια εκτροπή, όπως η άρνηση της χιτλερικής γενοκτονίας, είδε το φως της μέρας και απέκτησε δημοσιότητα, παρά τα σαθρά «επιχειρήματα» των αρνητών.

https://kaponeditions.gr/

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.