Jean A. Pirlot, Βιέννη

Από το «ΕΥΡΩΠΗ: ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ», μετάφραση: Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος. Εκδ. Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα
kalergi1Οι έλικες του αεροπλάνου αναταράζουν τον αέρα με εκκωφαντικό θόρυβο, ακολουθεί ένα απότομο τράνταγμα και οι τροχοί έχουν ξεκολλήσει από το έδαφος.
Ζωσμένος στο κάθισμα του «Γιάνκη Κλίππερ», ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε-Καλέργης σφίγγει ελαφρά το χέρι της γυναίκας του Ίντα, ύστερα σκύβει λίγο και χαμογελάει στην Έρικα, την κόρη τους.
Ο κόμης Κουντενχόβε δεν πετάει για πρώτη φορά πάνω από τον Ατλαντικό• όμως, η σημερινή πτήση είναι διαφορετική — τον οδηγεί στην εξορία. Άγνωστο για πόσο καιρό. Στη Λισαβόνα που χάνεται βαθμιαία στο βάθος του ορίζοντα, χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες σχηματίζουν ουρές μπροστά στις πόρτες των προξενείων και των ταξιδιωτικών γραφείων. Δεν ενδιαφέρει αν τόπος του προορισμού είναι η Βραζιλία, η Βενεζουέλα, το Μεξικό ή ο Καναδάς. Εκείνο που έχει σημασία είναι το να παρεμβληθεί ανάμεσα στους φυγάδες και στις γερμανικές στρατιές ο απέραντος ωκεανός. Ορισμένοι πεισματάρηδες επιμένουν να φθάσουν στην Αγγλία, για να συνεχίσουν από εκεί τον αγώνα.
3 Αυγούστου 1940. Ο ήλιος σκορπάει γενναιόδωρα τις ακτίνες του σαν για να τονίσει πιο έντονα την αντίθεση ανάμεσα στη σκοτεινή μοίρα των ανθρώπων και στο φέγγος του ανέφελου ουρανού. Με σφιγμένα χείλη και το μέτωπο αυλακωμένο από ρυτίδες, ο Κουντενχόβε βυθίζεται σε σκέψεις. Είναι σε θέση, καλύτερα από κάθε άλλον, να κάμει το θλιβερό απολογισμό: τόσες χαμένες ευκαιρίες, τόσες αδικαιολόγητες δειλίες, τόσες ανέφελες επάρσεις. Εδώ και είκοσι χρόνια, αγωνίζεται επίμονα για μια Ευρώπη ενωμένη. Οι αρχηγοί κρατών, οι υπουργοί, οι νομομαθείς, οι διπλωμάτες, που προσπάθησε μάταια να προσεταιρισθεί, πορεύονται τώρα και αυτοί τους δρόμους της «εξόδου». Τι απέμεινε από τις διακηρύξεις τους για νομιμότητα και εθνική κυριαρχία; Η θύελλα, που ξέσπασε, έχει σαρώσει όλες αυτές τις αρχές για τις οποίες ήταν τόσο περήφανοι και τις οποίες προσπαθούσαν ζηλότυπα να προασπίσουν.
Τα πάντα πρέπει να ξαναρχίσουν από το μηδέν. Αλλά στο πρόσωπο του κόμη Κουντενχόβε δεν ζωγραφίζεται πικρία ή απογοήτευση. Αντίθετα, το βλέμμα του προδίδει θέληση και πίστη. Μόνο που στο βάθος της ψυχής του φωλιάζει μια βασανιστική ανησυχία. Φοβάται μήπως ο Χίτλερ μαζί με τους Μουσολίνι, Πεταίν και Φράνκο, εγκαταστήσει ένα «Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο», που θα διέπεται από τις δικές τους απαράδεκτες αρχές.
Ασυναίσθητα ο κόμης αιχμαλωτίζεται από το μεγαλειώδες θέαμα που προσφέρουν τα σύννεφα, τα οποία αιωρούνται τώρα πάνω από τον Ατλαντικό. Το αεροπλάνο πετάει μαζί με τον ήλιο και έτσι παρατείνεται για τρεις ακόμη ώρες η μέρα. Μια μέρα βαθιάς περισυλλογής, μια έξοχη καλοκαιριάτικη μέρα που τη φωτίζουν χρυσαφιές, κόκκινες και γαλαζοπράσινες ανταύγειες.
Ποια θα είναι άραγε η υποδοχή που θα του κάμουν στις Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως εκεί ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε εξακολουθεί να έχει πανίσχυρους φίλους. Το είχαν άλλωστε αντιληφθεί και οι αρμόδιοι του αμερικανικού γενικού προξενείου στη Λισαβόνα: η τηλεγραφική διαταγή για να θεωρηθούν τα διαβατήρια και στη συνέχεια η εντολή να κρατηθούν θέσεις στο αεροπλάνο είχαν υπογραφεί από τον ίδιο τον Κόερντελ Χωλλ, που ήταν τότε υπουργός των Εξωτερικών. Όμως δεν αποκλειόταν να είχαν μεσολαβήσει αλλαγές στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την τελευταία επίσκεψη.
Στα 1925, ο Κουντενχόβε είχε κάμει μια εκπληκτική διαπίστωση. Η αμερικανική κοινή γνώμη ήταν διχασμένη• υπήρχαν οι «απομονωτικοί» και οι «διεθνιστές». Οι πρώτοι ήταν αντίθετοι στη συμμετοχή των ΗΠΑ στην Κοινωνία των Εθνών, ενώ οι δεύτεροι αξίωναν την ενεργό παρουσία της χώρας τους σ’ αυτό το διεθνές βήμα της Γενεύης. Αλλά οι δύο παρατάξεις είχαν εκδηλώσει το ίδιο ζωηρό ενδιαφέρον για τη δημιουργία της «Πανευρώπης».
Ο γερουσιαστής Μπόρα, φανατικός «απομονωτικός», είχε δώσει τότε την εξήγηση του φαινομένου. «Δεν πρέπει να σας εκπλήσσει το γεγονός. Η ύπαρξη Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας θα μας απάλλασσε από την υποχρέωση να παρέμβουμε πάλι σ’ έναν καινούργιο δικό σας πόλεμο. Το πράγμα είναι απλό».
Κατά τον Κουντενχόβε, υπήρχαν και άλλοι λόγοι που δικαιολογούσαν τον ενθουσιασμό των Αμερικανών για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης: το κοινό θεωρούσε ότι η σχετική κίνηση αποτελούσε «έμμεση αναγνώριση από τον παλιό κόσμο της σύνεσης που επιδείκνυε ο καινούργιος κόσμος» και η ερμηνεία αυτή κολάκευε τον αμερικανικό εγωισμό.
Τόσο στη Νέα Υόρκη, στο Σικάγο, στη Φιλαδέλφεια, όσο και στο Μπόστον, το Πίτσμπουργκ ή την Ουάσιγκτον, ο Κουντενχόβε δεν είχε δυσκολευτεί να εξηγήσει και να αναλύσει το σχέδιο του, απευθυνόμενος σε πυκνό πάντα ακροατήριο. Δεν ήταν όμως πολύ εύκολο να απαντάει με σαφή τρόπο και ευθύ, όπως αρέσει στους Αμερικανούς, στις πρακτικές και απλές ερωτήσεις των ακροατών του.
— Γιατί δεν έχετε ακολουθήσει μέχρι σήμερα το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής;
— Πώς κατορθώνουν οι βιομήχανοί σας να κάνουν εξαγωγή αφού έχετε τόσα πολλά σύνορα και εκατοντάδες δασμούς;
— Ποια εξήγηση δίνετε στο γεγονός ότι οι λαοί που αλληλομάχονται στην Ευρώπη κατορθώνουν να συζούν αρμονικά στις ΗΠΑ; Έχουμε εδώ Γερμανούς και Πολωνούς, Έλληνες και Ιρλανδούς, Γάλλους και Ιταλούς, που δεν πολεμούν μεταξύ τους.

* * *

Οι σαράντα καλεσμένοι στο γεύμα που παρέθεταν ο κ. και η κ. Βίνσεντ Άστορ είχαν σιωπήσει όταν ο Φρανκ Μιούνσυ άρχισε την ομιλία του. Αυτός ο πολυεκατομμυριούχος εκδότης ήξερε να επιβάλλεται στο ακροατήριο του.
— Είμαι βέβαιος πως μόνο το σχέδιο του κόμη Κουντενχόβε είναι ικανό να σώσει την Ευρώπη και γι’ αυτό θέτω στη διάθεση του τις εφημερίδες, την περιουσία και την προσωπική επιρροή μου.
Η δήλωση αυτή, που ακολούθησε την ομιλία του Κουντενχόβε για την Πανευρώπη, προξένησε βαθιά εντύπωση σε όλους. Ο «προφήτης της Ευρώπης» είχε κάμει έτσι τη γνωριμία με τον αυθορμητισμό και τη γενναιοδωρία των Αμερικανών, αλλ’ επίσης και με την ιδιάζουσα ευγένειά τους. Ο Μιούνσυ είχε αποφύγει με πολλή λεπτότητα να αναφερθεί στην πολύωρη πρωινή συνομιλία του με τον κήρυκα της Πανευρώπης.

* * *

Το υπερωκεάνιο «Μάτζεστικ» αποσπάται σιγά-σιγά από την προκυμαία. Η χειμωνιάτικη ομίχλη σκεπάζει με πυκνό πέπλο τη δαιμονισμένη κίνηση του λιμανιού απ’ όπου ακούγεται μόνο η υπόκωφη οχλοβοή του. Ο Κουντενχόβε εγκαταλείπει τη Ν. Υόρκη ικανοποιημένος από την πρώτη του επαφή με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφήνει πίσω του μια «Επιτροπή Αμερικανικής Συνεργασίας για την Πανευρωπαϊκή Ένωση», που προεδρεύεται από τον Δρ. Στέφαν Ντάγκαν, διευθυντή του Ινστιτούτου Διεθνούς Παιδείας της Νέας Υόρκης. Κύριο χαρακτηριστικό της επιτροπής είναι η ποιοτική σύνθεσή της. Μέλη της είναι προσωπικότητες περιωπής, όπως ο Φέλιξ Φρανκφούρτερ, επιφανής νομομαθής, Φρέντερικ Ντιλάνο, θείος του Φράνκλιν Ρούζβελτ, ο στρατηγός Χένρυ Άλλεν, οι Πωλ και Φήλιξ Βάρμπουργκ, μέλη της «Φόρεϊν Πόλισυ Ασοσιέισιον» (Σύνδεσμος Εξωτερικής Πολιτικής), ο Τζων Ντέιβις, πρώην πρεσβευτής στο Λονδίνο, η Κάρρι Τσάπμαν Κατ, δυναμική πρόεδρος του φεμινιστικού κινήματος, ο πάντα δραστήριος και ενεργητικός Νίκολας Μάρρεϋ Μπάτλερ, πρόεδρος του Πανεπιστημίου Κολούμπια και του Ιδρύματος Κάρνετζυ για την Ειρήνη.

* * *

Πράγματι, τα πάντα πρέπει τώρα να ξαναρχίσουν από το μηδέν. Είναι η διαπίστωση με την οποία τελειώνει η αναπόληση των περασμένων.
Οι φόβοι των «απομονωτικών» επαληθεύθηκαν απόλυτα στα 15 χρόνια που πέρασαν: δεν χωράει αμφιβολία ότι αυτοί οι Ευρωπαίοι τρελαίνονται για πόλεμο! Καθώς προσγειώνεται το αεροπλάνο στο αεροδρόμιο Λα Γκουάρντια, ο Κουντενχόβε καταλαμβάνεται παροδικά από αίσθημα αποθάρρυνσης. Πόσο είναι απέραντος ο ωκεανός! Πώς να πιστέψει κανείς ότι οι Αμερικανοί θα τον διασχίσουν μια ακόμη φορά για να προσφέρουν βοήθεια στην Αγγλία, στην Ευρώπη;

* * *

Ο Όττο Τολίσους δεν είναι μόνο ο γνώριμος στους αναγνώστες των Τάιμς της Νέας Υόρκης αρθρογράφος. Αποτελεί επίσης μια οικεία φωνή για τους ακροατές του ραδιοσταθμού της Ν. Υόρκης, όπου πρωταγωνιστεί σε μια δημοφιλή εκπομπή που έχει τον τίτλο «Ινφορμέισιον, πληζ» (πληροφόρηση, παρακαλώ). Με ύφος κουτοπόνηρο, που είναι αποκλειστικότητα του, βομβαρδίζει με καταιγιστικές ερωτήσεις το κοινό που είναι συγκεντρωμένο στο στούντιο• και ξαφνικά:
— Ποιος είναι ο ιδρυτής της Κίνησης που αγωνίζεται για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης;
— Ο Μπριάν, απαντάει κάποιος.
— Όχι. Λάθος. Είναι ο κόμης Κουντενχόβε-Καλέργης.
— Βρίσκεται ακόμη στη ζωή; ρωτάει άλλος.
— Οι συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην Ευρώπη είναι τέτοιες, που δεν αποκλείεται να έχει πεθάνει, απαντάει μελαγχολικά ο Τολίσους.
Η Πανευρώπη, λοιπόν, έχει αφήσει ίχνη στις μνήμες των ανθρώπων, ίσως και στις καρδιές τους; Ο σύντομος διάλογος του ραδιοσχολιαστή με το ακροατήριο του επιδρά πάνω στον Κουντενχόβε σαν μαστίγωμα. Χωρίς καθυστέρηση, επικοινωνεί με τον Τολίσους, τον βεβαιώνει ότι είναι ζωντανός, ολοζώντανος, και τον πείθει να γίνει και αυτός συνήγορος της Πανευρωπαϊκής ιδέας στην Αμερική.

* * *

Διαλέξεις, άρθρα, επαφές με προσωπικότητες κοντεύουν πια να γίνουν ρουτίνα. Αλλά οι ακροατές είναι τώρα πιο επιφυλακτικοί από άλλοτε.
Ανήσυχος ο Κουντενχόβε σημειώνει κάπου: «Σύμφωνα με την αντίληψη των Αμερικανών, μια Ευρώπη Ενωμένη δεν μπορεί παρά να είναι μια Ευρώπη χιτλερική. Όλοι θεωρούν ότι Πανευρώπη χωρίς Χίτλερ είναι κάτι αδιανόητο και απραγματοποίητο. Η κοινή γνώμη θα μεταπεισθεί μόνο όταν εμπλακεί στον πόλεμο και η Αμερική…»

* * *

Ακίνητοι στις όχθες της λίμνης μεγάλοι ερωδιοί με γαλάζιο πτέρωμα παραμονεύουν τους υπερτροφικούς βατράχους. Κάποτε έρχονται και ελάφια για να ποτισθούν από τα ήρεμα νερά της «Μπιγκ Μουζ». Τόσο ο Ρίχαρντ όσο και η γυναίκα του Ίντελ αγαπούν το καταφύγιό τους στα Αϊνταροντάκς, την επιβλητική και δασοσκεπή οροσειρά που βρίσκεται στα βόρεια της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Η κόμισσα πέτυχε, μάλιστα, να εξημερώσει «τσιπ-μονκς», αυτά τα παράξενα ζωάκια με το κιτρινόμαυρο τρίχωμα, που είναι κάτι μεταξύ σκίουρου και ποντικού.
Πίσω από τη μικρή ξύλινη κατοικία, το πυκνό δάσος, που απλώνεται και πέρα από τα καναδικά σύνορα, διακόπτεται από ξέφωτα όπου στις λίμνες με τα κρυστάλλινα νερά καθρεφτίζονται τα πανύψηλα δέντρα. Σ’ αυτό τον τόπο, ο Κουντενχόβε έχει την αίσθηση πως βρίσκεται πάλι στο περιβάλλον όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια• εκεί στη Βοημία όπου υψώνεται ο γέρικος οικογενειακός πύργος.
Αρχικά, οι Κουντενχόβε ήταν εγκατεστημένοι στη Βραβάντη, τη μεγάλη εύφορη περιοχή που ανήκε στο Φίλιππο τον Καλό, δούκα της Βουργουνδίας από το έτος 1430. Ο γάμος του Μαξιμιλιανού των Αψβούργων με τη Μαρία της Βουργουνδίας είναι καθοριστική για τη μοίρα των Κουντενχόβε. Επί τέσσερις ολόκληρους αιώνες θα υπηρετή-σουν πιστά την πανίσχυρη αυτοκρατορική οικογένεια, αφού μεταφερθούν πρώτα στη Φλάνδρα και αργότερα στην Αυστρία.
Οι Καλέργηδες εξάλλου συνδέονται και αυτοί με την ιστορία, είναι απόγονοι των Φωκά, της βυζαντινής εκείνης οικογένειας που ξεκίνησε από την Καππαδοκία και της οποίας δύο μέλη, ο Νικηφόρος ο II και ο Βάρδας, έγιναν αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Κατά το 12ο αιώνα, ο Αλέξιος Φωκάς επονομάστηκε «Καλέργης» (όνομα σύνθετο από τις λέξεις «καλόν» και «έργον»), γιατί πέτυχε να συνάψει μια συμφέρουσα συνθήκη ειρήνης που ένωσε την, Κρήτη με τη Βενετία.
Λίγο-πολύ, οι Καλέργηδες βρίσκονται παντού και όπως ήταν φυσικό κυρίως στη Βενετία: η μητέρα της Δυσδαιμόνας —της ηρωίδας του Σαίξπηρ που στραγγαλίστηκε από τον Οθέλλο— ήταν Βενετσιάνα Καλέργη. Υπήρχαν όμως Καλέργη και στη Ρωσία, όπου ένας απ’ αυτούς, ο Ιωάννης, νυμφεύθηκε την πανέμορφη Μαρία Νεσσελρόντε, ανιψιά του πανίσχυρου καγκελάριου του Τσάρου. Την κόρη τους —Μαρία κι αυτή— συνάντησε στο Παρίσι και νυμφεύθηκε ο Φραντς Κουντενχόβε, ο πάππος του Ρίχαρντ φον Κουντενχόβε-Καλέργη.
Στον οικογενειακό πύργο του Ρόνσμπεργκ, στη Βοημία, ο μικρός Ρίχαρντ ανεβαίνει κάποτε-κάποτε στο δεύτερο όροφο και γλιστράει κρυφά μέσα στο γραφείο του πατέρα του. Πρόκειται για μια μεγάλη, φωτεινή αίθουσα που στεγάζει και πλούσια βιβλιοθήκη. Εκεί, οι προτομές του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Μάρκου Αυρήλιου, του Καντ και του Σοπενχάουερ περιστοιχίζουν σαν άγρυπνοι φρουροί ένα θαυμάσιο ολόχρυσο Βούδα. Δύο μεγάλοι πίνακες του Μιχαήλ Αγγέλου, που εικονίζουν το Χριστό και το Μωυσή, πλαισιώνουν μια παράξενη προσωπογραφία του Ζαρατούστρα. Στα κενά των τοίχων, ανάμεσα στα παράθυρα, κρέμονται καλλιγραφημένες ρήσεις από το Κοράνι, που η παρουσία τους δεν φαίνεται να ξαφνιάζει τους ευκαιριακούς επισκέπτες.
Ο μικρός Ρίχαρντ ξεκλέβεται και έρχεται κρυφά εδώ, γιατί του αρέσει να στριφογυρίζει με αργές κινήσεις μια γιγάντια υδρόγειο σφαίρα. Ο σημερινός Ρίχαρντ αναπολεί τη σκηνή εκείνη και επαναλαμβάνει το μονόλογο που έκανε τότε:
«Η μεγάλη πράσινη κηλίδα, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην Ιαπωνία και την Αυστρία, παριστάνει την πατρίδα της γιαγιάς μου, τη Ρωσία που κυβερνήθηκε επί σαράντα χρόνια από το θείο της, τον Νεσσελρόντε. Η Αυστρία, η Βοημία και η Ουγγαρία μου είναι γνώριμες. Το ίδιο και η Γερμανία, της οποίας περνούσαμε χωρίς δυσκολία τα δασωμένα σύνορα όταν κάναμε τους περιπάτους μας με αμάξι. Για τις Κάτω Χώρες ξέρω πως υπήρξαν η κοιτίδα των Κουντενχόβε, ενώ για το Βέλγιο είχα μάθει ότι ήταν για αιώνες ο τόπος της διαμονής τους. Στο Παρίσι είχε πραγματοποιηθεί η συνάντηση των γονέων του πατέρα μου και στις Βερσαλίες κάποιος πρόγονός μου με το επώνυμο Κουντενχόβε ντε λα Φρεττύρ είχε διατελέσει ακόλουθος της άτυχης βασίλισσας Μαρίας-Αντουανέτας. Η Ισπανία μου θυμίζει τον Ζακ ντε Κουντενχόβε που είχε έλθει από τη Ρώμη έφιππος για να μεταδώσει στον αυτοκράτορα Κάρολο 5ο τη δραματική είδηση, που αφορούσε την κατάληψη και λεηλασία της Αιώνιας Πόλης από τους στασιαστές Γερμανούς μισθοφόρους. Διακρίνοντας τη Μεσόγειο, σκεπτόταν τους Καλέργη της Κρήτης και της Βενετίας. Μια μικρή κουκκίδα ήταν η Ιερουσαλήμ, για την οποία είχε πολεμήσει, στην πρώτη σταυροφορία, ο ιδρυτής του οίκου Κουντενχόβε, Γερόλφος. Η Αγγλία μου θύμιζε το μισάνθρωπο και εκατομμυριούχο πρόγονο Καλέργη και στις Σκανδιναβικές χώρες αναζητούσα την πόλη του Μπέργκεν, πατρίδα της μητέρας του…
Ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε είναι κάτι περισσότερο από Ευρωπαίος. Επηρεασμένος από τον πατέρα του Χάινριχ, άνθρωπο μεγάλης αξίας, είναι ως το κόκαλο κοσμοπολίτης. Προτού επιστρέψει στο Ρόνσπεργκ και εγκατασταθεί εκεί μόνιμα, ο κόμης Χάινριχ ήταν διπλωμάτης: Αθήνα, Ρίο ντε Τζανέιρο, Κωνσταντινούπολη, Μπουένος Άϊρες, Τόκιο… Κατά τα ταξίδια του, μελέτησε και έμαθε τα ελληνικά, τα τουρκικά, τα αραβικά, τα εβραϊκά, τα γιαπωνέζικα… Μιλάει 18 γλώσσες και οι γνώσεις του αναφορικά με τις διάφορες θρησκείες είναι απέραντες.
Επιτετραμμένος στην αυστροουγγρική πρεσβεία στο Τόκιο, ερωτεύεται την Μιτσούκο Αογιόμα• αυτός είναι 31 χρονών και εκείνη 18. Για πρώτη φορά Ευρωπαίος διπλωμάτης αποφασίζει να νυμφευθεί μια Γιαπωνέζα, αλλά ο Χάινριχ ντε Κουντενχόβε-Καλέργη ξεπερνάει όλα τα εμπόδια. Να γιατί ο Ρίχαρντ ντε Κουντενχόβε-Καλέργη, γεννημένος στο Τόκιο στις 17 Νοεμβρίου 1894, έχει μαζί με τα άλλα βαφτιστικά ονόματα και το γιαπωνέζικο Ετζίρο.
Στον πύργο του Ρόνσπεργκ επικρατεί ο κοσμοπολιτισμός. Οι γονείς μιλάνε μεταξύ τους γιαπωνέζικα, αλλά με τα παιδιά η μητέρα χρησιμοποιεί τα αγγλικά και ο πατέρας τα γερμανικά. Γύρω από το μεγάλο τραπέζι συγκεντρώνονται για τα γεύματα, εκτός από την οικογένεια και ο Αυστριακός παιδαγωγός, η Αγγλίδα δασκάλα και η Γαλλίδα συνάδελφός της, ο Βαβαρός γραμματέας, η Ουγγαρέζα ακόλουθος, ο Αλβανός (μωαμεθανός) καθηγητής των τουρκικών, ο καθηγητής για τα ρωσικά και τέλος ο Τσέχος αρχιεπιστάτης των κτημάτων.
Ζωντανή απόδειξη της ανθρώπινης θηριωδίας είναι ο θαλαμηπόλος Μπαμπίκ Καλιτζιάν και ο γιος του Σαχάγκ. Τους είχε γλιτώσει από το θάνατο ο Κουντενχόβε, την εποχή που ήταν διαπιστευμένος στην Υψηλή Πύλη και ο Σουλτάνος Αβδούλ-Χαμήτ είχε διατάξει τη σφαγή όλων των Αρμενίων. Ούτε ο Ρίχαρντ αλλ’ ούτε και τα έξι αδέλφια του —αγόρια και κορίτσια— μπορούσαν να καταλάβουν γιατί έπρεπε να εκτελεσθεί ένας άνθρωπος τόσο αγαθός όσο ήταν ο Μπαμπίκ. Ο κόσμος μέσα στον οποίο ζουν οι ενήλικοι δεν παύει να αποτελεί αστείρευτη πηγή εκπλήξεων για τα παιδιά της οικογένειας Κουντενχόβε. Ο πύργος του Ρόνσπεργκ, χτισμένος πάνω σ’ ένα λόφο, δείχνει σαν φρουρός που φυλάει την πεδιάδα της Βοημίας. Πολλές φορές στο πέρασμα των αιώνων, τα ισχυρά τείχη του αντιστάθηκαν σε βίαιες επιθέσεις επιδρομέων. Όταν το έλκηθρο γλιστράει πάνω στο χιόνι, δεν κάνει περισσότερο από μισή ώρα για να φτάσει στα σύνορα που χωρίζουν την Αυστρία από τη Γερμανία. Εκεί βρίσκεται το κυνηγητικό περίπτερο, το Ντιάναχοφ, απ’ όπου ξεκινούν για εκδρομές οι εύθυμες συντροφιές. Χωμένα μέσα σε γούνες, μαστιγωμένα από τον παγερό άνεμο, τα παιδιά απορούν και ρωτούν:
— Γιατί κάνουν τόσο ανόητες ερωτήσεις οι τελωνοφύλακες; Τι ζητούν να «δηλώσουμε»;
Η ζεστασιά και τα χαρούμενα γέλια τους δεν θα κρατήσουν για πολύ καιρό. Ύστερα από λίγα χρόνια, η Βοημία, που η Αυστρία δεν θα έχει πια τη δύναμη να κρατήσει, θα γίνει το μήλο της έριδας των Γερμανών και των Τσέχων.
Σε απόσταση μιας μόλις λεύγας από τον πύργο Ρόνσπεργκ, υπάρχουν άλλα σύνορα, που δεν είναι εδαφικά, αλλά πολιτιστικά, από το ένα μέρος οι Γερμανοί, από τ’ άλλο οι Σλάβοι. Στο κοντινό χωριό, οι δύο κοινότητες ζουν μαζί αρμονικά και ειρηνικά, αλλά ο Ρίχαρντ κάνει κιόλας ορισμένες διαπιστώσεις που τον εκπλήσσουν:
— Ήμουν ακόμα παιδί —διηγείται συχνά— όταν ανακάλυψα ότι δύο από τους ηγέτες του αντιτσεχικού κινήματος στο Ρόνσπεργκ είχαν σλαβικά ονόματα, όπως Ντβόρατσεκ και Μρίκβικα, ενώ οι δύο Τσέχοι που κατοικούσαν μαζί μας στον πύργο —ο αρχιεπιστάτης των κτημάτων και ο καθηγητής ιχνογραφίας της μητέρας μου— δεν δυσφορούσαν καθόλου για τα γερμανικά επώνυμά τους, που ήταν αντίστοιχα Μπόντενσταϊν και Έμμινγκερ. Δεν χρειαζόμαστε τις πατρικές εξηγήσεις πάνω στα φυλετικά προβλήματα για να καταλάβουμε ότι τα λεγόμενα «προαιώνια κληρονομικά μίση» δεν ήταν παρά προϊόντα αμάθειας, προκαταλήψεως και απατηλής προπαγάνδας.

* * *

Πρέπει να έχει κανείς ζωηρή φαντασία για να αναπαραστήσει τον τρόπο με τον οποίο κυλούσε στις αρχές του αιώνα μας η ζωή μιας αριστοκρατικής οικογένειας στην αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία. Γόνος παλιάς αρχοντικής οικογένειας, πλούσιος και ανεξάρτητος —όπως ήταν τότε οι γαιοκτήμονες— ο κόμης Χάινριχ έχει εξασφαλίσει το σεβασμό των κολίγων του αλλά και την εκτίμηση των αξιωματούχων της αυτοκρατορίας, καθώς και των αρχόντων της Εκκλησίας. Έχοντας αυτά τα εφόδια, θα μπορούσε να διδάξει στα παιδιά του το συγκαταβατικό εγωισμό, την ευγενική αδιαφορία και την εξεζητημένη έπαρση που διέκριναν τους εύπορους αριστοκράτες.
Ο Χάινριχ Κουντενχόβε έχει ευτυχώς άλλη γνώμη για τον τρόπο συμπεριφοράς μέσα στην κοινωνία και κάποτε έγραψε: «Θεωρώ τον εαυτό μου υπηρέτη όλων εκείνων που αναζητούν χωρίς προκαταλήψεις την πραγματική αλήθεια». Ο Ρίχαρντ θα συγκρατήσει από τα παιδικά του χρόνια αυτό το μήνυμα και θα συντηρήσει αλώβητη αυτή την παρακαταθήκη για τη σύνεση της οποίας είχε αδιάψευστες αποδείξεις.
Ο Χάινριχ Κουντενχόβε καταγγέλλει αυστηρά τον αντισημιτισμό στο βιβλίο που δημοσιεύει με τίτλο «Η ουσία του αντισημιτισμού» και που βασίζεται κυρίως στη διδακτορική διατριβή του. Μια τέτοια τοποθέτηση ήταν για την εποχή εκείνη πραγματικό τόλμημα. Τότε υπήρχαν στην Αυστρία δύο ισχυρά κόμματα που διακήρυτταν απροκάλυπτα τον αντισημιτισμό τους: οι «χριστιανοσοσιαλιστές» που, με αρχηγό τον Δρα Λούγκερ, αναμασούσαν τα παλιά θρησκευτικά αναθέματα και οι «λαϊκοί Γερμανοί» του φον Σάινερερ που συνοδοιπορούσαν με τους πρώτους και ανέπτυξαν μια καθαρά αντιρατσιστική θεωρία.
Στο έργο του αυτό, που επαινέθηκε και από τον Φρόυντ σαν μια από τις καλύτερες πραγματείες για το θέμα, ο κόμης Χάινριχ εξιστορεί την πορεία του αντισημιτισμού από τον καιρό του Αντιόχου του Δ’ της Συρίας, ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με το συγγραφέα, ο φθόνος, η αμάθεια και η μισαλλοδοξία που τροφοδοτούν τα φυλετικά μίση, αποτελούν άμεση απειλή που στρέφεται εναντίον του πολιτισμού μας. Για την αντιμετώπιση του εβραϊκού προβλήματος, προτείνει δύο παράλληλες λύσεις: αφομοίωση των Εβραίων της Ευρώπης και δημιουργία ανεξάρτητου κράτους για τους Εβραίους από τις ανατολικές περιοχές.
Με το θάρρος που τον διακρίνει, ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε θα επανεκδώσει το βιβλίο στη Βιέννη, το 1935, με πολλές εκσυγχρονιστικές προσθήκες. Όμως, οι σκληρότερες και αγριότερες σελίδες του δεν είχαν ακόμη γραφεί.
***
— Χάνσι, βρήκες την πυξίδα; Ντικ, δείξε μου τη Μέκκα πάνω στο χάρτη.
Μέσα στο δωμάτιο του πύργου, όπου θα εγκατασταθεί από την επόμενη μέρα ο Αβδουλάχ-Μαχμούν Σουχραγουώρθυ, ο Χάινριχ Κουντενχόβε κάνει μάθημα στους δύο μεγαλύτερους γιους του για το μουσουλμανικό πολιτισμό και τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς. Και οι τρεις μαζί προσπαθούν να βρουν ποιος είναι ο πιο σωστός προσανατολισμός για το μικρό χαλί που πάνω του θα κάνει τις καθημερινές προσευχές ο καλεσμένος τους. Δεν παραλείπεται καμιά από τις λεπτομέρειες που αποβλέπουν στην άψογη φιλοξενία και στο σεβασμό των συνηθειών του νεαρού, ο οποίος έρχεται εδώ για να τελειοποιηθεί στα γερμανικά. Το ποτήρι του θα περιέχει λεμονάδα και όχι το εύγευστο άσπρο Τοκάι του Κρεμς ή την μπίρα από το Στόκαου. Στο πιάτο του μια φέτα από μοσχαρίσιο κρέας θα αντικαταστήσει το χοιρινό ή το λαγό που τρώνε οι άλλοι ομοτράπεζοι.
Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, ο Αβδουλάχ-Μαχμούν θα γοητέψει τα παιδιά. Η ψηλή κορμοστασιά, οι ήρεμες και γεμάτες χάρη κινήσεις του μοιάζουν να τονίζουν τη σύνεση των λόγων του. Ο Ρίχαρντ είναι μαγεμένος από τις ιδέες του νεαρού μωαμεθανού που θέλει την Ινδία ανεξάρτητη και απαλλαγμένη από τη βρετανική κυριαρχία.Ό φιλοξενούμενος του Ρόνσπεργκ ονειρεύεται κυρίως το «Πανισλάμ», μια ένωση που θα περιλάβει όλες τις χώρες, από τις Ινδίες ως το Μαρόκο, και που θα αγνοήσει τις ιδιομορφίες των λαών τους για να συνενώσει κάτω από το σκήπτρο ενός χαλίφη τριακόσια εκατομμύρια μουσουλμάνων. Πρόκειται, μήπως, για κίνημα υπερεθνικό; Η ιδέα θα ριζώσει στο μυαλό του μικρού Ρίχαρντ.
Ο Χάινριχ Κουντενχόβε δεν συμμερίζεται τις απόψεις του προσκαλεσμένου του αναφορικά με την ανεξαρτησία των Ινδιών, αλλά τον ενθαρρύνει ζωηρά για την πραγματοποίηση άλλου σχεδίου:
— Ο Μωάμεθ είναι σχεδόν άγνωστος στην Ευρώπη, θά ‘πρεπε να μεταφρασθούν κατάλληλα οι πιο ωραίοι αφορισμοί του. Σεις, με την άρτια γνώση της αγγλικής και της αραβικής γλώσσας, είστε ο πιο ενδεδειγμένος να αναλάβει το έργο αυτό. Η πραγματοποίησή του θα αποτελέσει ουσιαστική συμβολή στην προσπάθεια για την αμοιβαία κατανόηση των λαών.
Μυστηριώδη νήματα συνδέουν τα μεγάλα πνεύματα του πλανήτη μας. Αόρατες φωτεινές δυνάμεις καταλύουν τα εμπόδια και ξεπερνάνε όρη και ωκεανούς. Ο νεαρός Σουχραγουώρθυ, ακολούθησε τη συμβουλή του κόμη Χάινριχ: κατάρτισε την ανθολογία που δημοσιεύθηκε με τον τίτλο «Οι ρήσεις του Μωάμεθ» στο Λονδίνο όπου είχε στο μεταξύ ιδρυθεί απ’ αυτόν η «Πανισλαμική Ένωση». Το περίεργο είναι ότι ο πρόλογος του βιβλίου δεν έχει γραφεί από μουσουλμάνο. Συντάκτης του είναι ένας ινδουιστής, κάποιος Μοχάντας Γκάντι, ένας 35χρονος δικηγόρος που αγωνίζεται στη Νότια Αφρική διεκδικώντας τα δίκαια των φυλετικών αδελφών του,και θα γίνει πασίγνωστος με το όνομα Μαχάτμα.
Από τον τόπο διαμονής του, μέσα στην καρδιά της χώρας των Ζουλού, είκοσι χιλιόμετρα από το Ντάρμπαν, ο Γκάντι διατηρεί συνεχή αλληλογραφία με τον Λέοντα Τολστόι. Οι δύο άνδρες τρέφουν τον ίδιο θαυμασμό για το φιλόσοφο Τζων Ράσκιν, που σε βιβλίο του υποστηρίζει ότι ο πλούτος γεννάει τη δουλεία. Έχουν πανομοιότυπες σχεδόν απόψεις για θέματα, όπως η επενέργεια της διατροφής, οι βασικές παιδευτικές αρχές, η αποφυγή της βίας, τα δεινά της εκβιομηχάνισης. Παρασυρμένος από τη μεγαλοψυχία του, αναστατωμένος από την ανικανότητά του να επανορθώσει τις αδικίες, ο Τολστόι θα εγκαταλείψει, το 1910, πλούτη, σπίτι και οικογένεια για να πεθάνει τελικά στο μικρό σιδηροδρομικό σταθμό του Αστάποβο. Στην τσέπη του πανωφοριού του θα βρεθεί ένα βιβλίο: «Οι ρήσεις του Μωάμεθ».
Είναι πράγματι εκπληκτική η διαπίστωση ότι μια ιδέα μπορεί να εξοστρακιστεί όπως το βλήμα, πως φράσεις και γραπτά έχουν την ικανότητα να κάμουν την πιο απίθανη περιπλάνηση φθάνοντας στα πέρατα της γης. Αλλά ο Χάινριχ Κουντενχόβε δεν μπόρεσε να χαρεί τις διάφορες φάσεις αυτού του φαινομένου. Πέθανε το 1906, τέσσερα χρόνια πριν από τον Τολστόι, τον οποίο θαύμαζε και συμμεριζόταν το πάθος του για την ειρήνη, σε τέτοιο βαθμό ώστε να απαγορέψει τα παιχνίδια με στολές και μολυβένια στρατιωτάκια.
Από τον πατέρα αυτόν, που πέθανε πρόωρα, ο Ρίχαρντ θα κληρονομήσει την όρεξη για μελέτη, το σεβασμό για τις αντιθέσεις και το θάρρος να αγωνίζεται για τις ιδέες του.

* * *

Τα μπρούντζινα κουμπιά λάμπουν πάνω στο βαθυκύανο χρώμα του αμπέχωνου. Το στρατιωτικό πηλήκιο, το κόκκινο περιλαίμιο με χρυσά σειρήτια είναι εξαρτήματα της στολής που φορούν τα τρία αδέλφια: ο Χάνσι, ο Ρίχαρντ και ο Ρολφ. Ποιες θα ήταν άραγε οι αντιδράσεις του κόμη Χάινριχ αν έβλεπε κοντά στα άλλα και το ξιφίδιο με τη χρυσή λαβή; Αλλά αυτοί είναι οι κανονισμοί που ισχύουν για τους μαθητές του περίφημου «Τερεζιάνουμ» της Βιέννης, όπου πρέπει να φοιτήσουν υποχρεωτικά οι νεαροί Αυστριακοί αριστοκράτες που προορίζονται να γίνουν διπλωμάτες, αξιωματικοί ή ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί της αυτοκρατορίας.
Το λεπτό ξίφος δεν είναι παιχνιδάκι• έτυχε να χρησιμοποιηθεί συχνά και για άλλους σκοπούς. Όμως για τους τρεις αδελφούς Κουντενχόβε δεν αποτελεί παρά διακοσμητικό εξάρτημα. Δεν λησμονούν ότι ο πατέρας τους αποποιήθηκε το βαθμό του λοχαγού των Δραγώνων για να είναι ελεύθερος στον αγώνα του εναντίον μιας ανόητης συνήθειας, όπως ήταν η μονομαχία.

* * *

Την εποχή εκείνη, στις αρχές του αιώνα μας, η Βιέννη δεν είναι μόνο μια πρωτεύουσα — είναι επίσης μια ανθρώπινη πυριτιδαποθήκη. Την καρδιά της αυστριακής αυτοκρατορίας έχουν επιλέξει ως τόπο συναντήσεως όλοι όσοι επιδιώκουν την αλλαγή του κόσμου. Εκεί ο Τέοντορ Χερτσλ έδωσε πνοή και δύναμη στο σιωνιστικό κίνημα. Εκεί, ίδρυσε την «Πράβντα» ο Λέον Τρότσκυ, θέλοντας να διατηρήσει άσβεστη τη φλόγα που άναψε στη Ρωσία η επανάσταση του 1905. Εκεί ο Ζόζεφ Πιλσούντσκι αναζητεί τρόπους για να ελευθερώσει πρώτα και να ενώσει ύστερα την Πολωνία που διαμέλισαν και μοιράζονται η Αυστρία, η Πρωσία και η Ρωσία. Εκεί ο Τόμας Μάζαρυκ προετοιμάζει την επανάσταση των Τσέχων και των Σλοβάκων που ήταν χωρισμένοι εδώ και δέκα αιώνες. Εκεί ο Χούστον Στούαρτ Τσάμπερλαιν, γαμπρός του Ρίχαρντ Βάγκνερ προσπαθεί αναίσχυντα να αποδείξει την υπεροχή των Αρίων και προφητεύει την κυριαρχία τους πάνω στον κόσμο. Εκεί επίσης ζει μέσα στην αθλιότητα ένας νεαρός ζωγράφος που ονομάζεται Άντολφ Χίτλερ. Τον συγκινούν οι ρατσιστικές θεωρίες του Τσάμπερλαιν περισσότερο από ό,τι τα σχέδια και οι χαλκογραφίες της πινακοθήκης Αλμπερτίνα. Ο Χίτλερ αισθάνεται ότι γίνεται Άριος κατά τρόπο αμετάκλητο.

* * *

Όταν ξεσπάει ο πόλεμος, ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε δεν εκπλήσσεται και πολύ. Είναι γραμμένος στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης με σκοπό να γίνει καθηγητής. Και μια μέρα, η ευτυχία παρουσιάζεται μπροστά του με μορφή ανθρώπινη. Η νέα γυναίκα που πήγε, γι’ αυτόν, στο χορό μεταμφιεσμένων του Φόλκστεατερ, που τον ακούει και του μιλάει, σαν να γνωρίζονταν από χρόνια, ονομάζεται Ίντα Ρόλαντ.
Η Ίντα Ρόλαντ, που κρύβεται εκείνη την αποκριάτικη βραδιά κάτω από ένα ντόμινο, είναι η χαϊδεμένη ηθοποιός της βιεννέζικης κοινωνίας. Οι ζωγράφοι διαγωνίζονται για να κάμουν την προσωπογραφία της, οι διευθυντές θεάτρων της προτείνουν απίθανα συμβόλαια με δελεαστικούς όρους, οι κριτικοί την παρομοιάζουν με τη Σάρρα Μπερνάρ και την Ελεονώρα Ντούζε. Ο ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε, μαγεμένος από τη χάρη και την τέχνη της, παρακολουθεί για πολλά βράδια συνέχεια τις παραστάσεις με τις εμφανίσεις της σε ένα θέατρο του Μονάχου και ύστερα εξομολογείται τη συγκίνηση που αισθάνεται από «τη φρεσκάδα της ύπαρξής της, η οποία, σαν πηγή με κρυστάλλινα νερά, χαρίζει χωρίς φειδώ τη δροσιά της έκφρασης και του παιξίματός της».
Η Ίντα Ρόλαντ δεν είναι προικισμένη μόνο με βελουδένια φωνή και μαγνητική προσωπικότητα. Ανάμεσα στ’ άλλα χαρίσματα της, ξεχωρίζουν η τετράγωνη λογική και η θετική διαίσθηση. Απ’ εδώ και πέρα, ασπάζεται με ειλικρίνεια και ενθουσιασμό τις πολιτικές ιδέες του Ρίχαρντ Κουντενχόβε και θα βοηθήσει στις σπουδές και μελέτες του.
Στα τέλη Αυγούστου 1914, τρεις μόλις εβδομάδες ύστερα από την έκρηξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, ο Ρίχαρντ γράφει στην Ίντα τις σκέψεις του αναφορικά μ’ αυτή τη σύρραξη: «Κατά τη γνώμη μου, οι φρικαλέες ωμότητες και σφαγές, που διαπράττονται σήμερα στον κόσμο ολόκληρο, δεν είναι η πιο τραγική συνέπεια του πολέμου• αυτά όλα θα περάσουν. Βαθιά ανησυχία πρέπει να μας κατέχει για ένα φαινόμενο, την ανείπωτη φρίκη, που φοβάμαι ότι θα διαιωνίζεται, μιας ακατάσχετης επιθετικής νοοτροπίας, η οποία δηλητηριάζει το νου και την ψυχή των ανθρώπων. Η νοοτροπία αυτή, υποδαυλίζεται πάλι από το θρησκευτικό φανατισμό, που ελπίζαμε ότι θα εξαφανιζόταν βαθμιαία και που εκδηλώνεται τώρα παίρνοντας διαφορετική μορφή».
Ο ρατσισμός είναι ο πιο θανάσιμος εχθρός του Ρίχαρντ• διακρίνει την απαίσια όψη του να κρύβεται πίσω από τον αντισημιτισμό και από άλλες εκδηλώσεις, όπως είναι η εξύμνηση της Άριας φυλής και των γερμανόφωνων λαών.
«Το μίσος που υποκινεί τους λαούς σε πράξεις ωμότητας δεν είχε ποτέ, από τον καιρό των θρησκευτικών πολέμων, εκδηλωθεί με τόση αγριότητα, όσο με τη σημερινή. Η αιτία του κακού πρέπει ν’ αναζητηθεί στο γεγονός ότι οι άνθρωποι, προφασιζόμενοι πως μιλάνε διαφορετικές γλώσσες, ομαδοποιούνται και σχηματίζουν εθνικές ενότητες. Πρέπει να τραβάει κανείς τα μαλλιά του. Δεν ξέρεις τι είναι εκείνο που εξοργίζει περισσότερο• η απύθμενη βλακεία ή μήπως η τραγική σύγχυση των ιδεών. Και για όλα αυτά ευθύνονται οι προφήτες και κήρυκες του άκρατου εθνικισμού με τις παραπλανητικές φυλετικές θεωρίες τους. Όμως, επιβάλλεται να κατηγορηθούν επίσης εκείνοι που αρνούνται από νωθρότητα να μάθουν ξένες γλώσσες και παραμένουν αγνοί Γερμανοί, ανίκανοι να γίνουν κάποτε Ευρωπαίοι. Φοβάμαι στ’ αλήθεια πως δεν υπάρχουν πια στην Ευρώπη κοσμοπολίτες.
»Και η ένταση αυτού του μίσους δεν παύει να αυξάνει επικίνδυνα,
όπως συνέβαινε πριν από χίλια χρόνια με το θρησκευτικό μίσος. Απ’ εδώ και πέρα, όλοι οι άνθρωποι με αντικειμενική σκέψη, αδιάφορο σε ποια χώρα ανήκουν, έχουν την υποχρέωση να διαθέσουν τις δυνάμεις τους για την καταπολέμηση αυτού του μίσους, του ψεύδους, των σφαλερών ιδεών, αφού διαφωτίσουν πρώτα τους λαούς για την απάτη που γίνεται σε βάρος τους και παρουσιάζεται με τη μορφή του εθνικισμού. Επιθυμώ ζωηρά να αφοσιωθώ μαζί με άλλους στην αποστολή αυτή. Και πρέπει συ επίσης, Ίντα μου, να λάβεις μέρος στην προσπάθειά μας. Διαφορετικά, ο σημερινός πόλεμος δεν θα είναι το τέλος, αλλά θα γίνει αντίθετα αφετηρία για καινούργιες αναρίθμητες σφαγές (…)».
Τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν ήχησαν πια οι σάλπιγγες της ανακωχής, η αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία έχει διαλυθεί ανεπανόρθωτα. Ο Ρίχαρντ θα συμπληρώσει τα είκοσι τέσσερα χρόνια του —ηλικία για την ενηλικίωση στην Αυστρία— χωρίς καν να ξέρει ποια είναι η υπηκοότητά του. Είναι πολίτης της νεαρής αυστριακής δημοκρατίας ή της Ομόσπονδης Γερμανικής Δημοκρατίας στην οποία η Βιέννη σκέπτεται να προσχωρήσει; Ή μήπως της Τσεχοσλοβακίας, που στο έδαφός της βρίσκεται ο πύργος του Ρόνσμπεργκ; Γιατί από τα τέλη Οκτωβρίου η Τσεχοσλοβακία υπάρχει και χαίρεται την ανεξαρτησία της. Το ίδιο και η Ουγγαρία. Η Γαλικία συνενώθηκε με την αναστημένη Πολωνία, η Κροατία και η Βοσνία με τη Γιουγκοσλαβία. Η Τρανσιλβανία και η Μπουκοβίνα προσαρτώνται στη Ρουμανία, ενώ το Τρεντίνο και η Ιστρία γίνονται ιταλικές επαρχίες.
Ο Κουντενχόβε βρίσκει την κατάσταση απογοητευτική και ανησυχητική. Στα ανατολικά της Ευρώπης έχει δημιουργηθεί πρόβλημα όμοιο με εκείνο της Αλσατίας και της Λωρραίνης, που ήταν αιτία αιματηρών διενέξεων ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία• υπάρχει όμως μια διαφορά που έγκειται στο γεγονός ότι το καινούργιο πρόβλημα εγκυμονεί δεκαπλάσιους κινδύνους από το παλιό. Τι πρέπει να γίνει για να διατηρηθεί η ειρήνη μεταξύ των είκοσι έξι δημοκρατιών της παλιάς ηπείρου;

* * *

Ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε θυμάται πάντοτε μια φράση που είχε πει ο Ναπολέων στον Γκαίτε: «Η πολιτική είναι το πεπρωμένο μας». Έτσι αποφασίζει —όχι χωρίς δισταγμούς— να στερηθεί τις απολαύσεις που του χάριζαν οι φιλοσοφικές μελέτες, θεωρεί πως δεν επιτρέπεται να αποφύγει τις πολιτικές ευθύνες που πρέπει να αναλαμβάνει κάποτε κάθε καλός πολίτης.
Στην Ίντελ —που επονομάζεται έτσι για να μη γίνεται σύγχυση με την αδελφή του Ίντα Κουντενχόβε— ο Ρίχαρντ αναπτύσσει τις ιδέες του και ακούγοντας τις παρατηρήσεις της ελέγχει την ορθότητα των συλλογισμών του:
— Ο κόσμος είναι σήμερα χωρισμένος σε πέντε μεγάλες πολιτειακές ενότητες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Σοβιετική Ένωση και η Μεγάλη Βρετανία είναι τρεις άρτια συγκροτημένες και οργανωμένες επικράτειες. Η Κίνα και η Ιαπωνία βρίσκονται στο στάδιο της εξέλιξης. Μόνο η Ευρώπη παραμένει σε χαώδη κατάσταση και είναι τραγικά διασπασμένη από πολιτική άποψη, παρά το γεγονός ότι οι είκοσι έξι δημοκρατίες της έχουν κοινές πολιτιστικές, ιστορικές και θρησκευτικές καταβολές.
Αλλά οι είκοσι έξι αυτές χώρες δεν μπορούν να ομονοήσουν έχουν διαφορετικά και συγκροούμενα συμφέροντα. Πολλές ζητάνε αναθεώρηση των συνόρων τους, άλλες πάλι την αρνούνται με πείσμα.
Όσο περισσότερο σκέπτομαι, τόσο πιο έντονα με γοητεύει η ιδέα της Πανευρωπαϊκής Ενώσεως. Μέσα στα πλαίσια ενός τέτοιου συστήματος, τα έθνη δεν θα έχουν πια λόγους να συγκρούονται για τα σύνορα τους, που θα είναι πια άχρηστα αφού θα καταργηθούν θα συναφθεί παράλληλα ένα σύμφωνο στρατιωτικής αλληλεγγύης, που ο σεβασμός και η τήρηση του θα εξασφαλίζεται από ένα διαιτητικό δικαστήριο• θα δημιουργηθεί τελωνειακή ένωση και θα καθιερωθεί ενιαίο νομισματικό σύστημα. Τα έθνη θα δεσμευθούν για την αναγνώριση και την προστασία των μειονοτήτων. Όλα αυτά θα οδηγήσουν τελικά στην οριστική συμφιλίωση νικητών και ηττημένων.
— Δεν αμφιβάλλω ότι έτσι θα επικρατήσει η ειρήνη• πώς όμως να επιτευχθεί η ευημερία;
— Το πράγμα είναι απλό. Όλες οι οικονομικές δραστηριότητες θα αναπτυχθούν ανεμπόδιστα, αν γίνει η ένταξη τους σε μια μεγάλη Ευρωπαϊκή Αγορά και πάψουν οι τελωνειακοί να εισπράττουν δασμούς στα διάφορα σύνορα. Παράδειγμα οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αποδίδεται η ίδια σημασία στην παραγωγή με υψηλά ημερομίσθια και στην κατανάλωση με τιμές σχετικά χαμηλές. Τι θα γινόταν αν κάθε μια από τις σαράντα οχτώ Πολιτείες αποφάσιζε να οχυρωθεί πίσω από ένα τελωνειακό τείχος; Η Ευρώπη πρέπει να μιμηθεί την Αμερική.
— Ποιες όμως θα είναι οι αντιδράσεις των γειτονικών μας μεγάλων κρατών; Αναφέρομαι στη Μεγάλη Βρετανία και τη Σοβιετική Ένωση.
— Ο ρωσικός κίνδυνος αποτελεί τον πρόσθετο λόγο που συνηγορεί για τη δημιουργία της Πανευρώπης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ρωσία, μόλις τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος, θα επιτύχει γρήγορα την ανόρθωσή της χάρη στο φυσικό πλούτο και τον πολυάνθρωπο πληθυσμό της. Και τότε κανένας από τους ευρωπαϊκούς γείτονές της δεν θα μπορέσει να αντισταθεί μεμονωμένα σε μια τόσο πανίσχυρη πίεση: ούτε η Φινλανδία, ούτε η Πολωνία, ούτε η Ρουμανία, ούτε τα βαλτικά, τα παραδουνάβια και τα βαλκανικά κράτη, ούτε οι Σκανδιναβικές χώρες, αλλά ούτε η αφοπλισμένη Γερμανία. Μόνο η συνένωση των τριακοσίων εκατομμυρίων Ευρωπαίων σε ένα κοινό αμυντικό σύστημα θα εξασφαλίσει την ειρηνική συνύπαρξή τους με τα εκατόν πενήντα εκατομμύρια σοβιετικών πολιτών και θα καταστήσει εφικτό τον αμοιβαίο αφοπλισμό.
— Και η Μεγάλη Βρετανία;
— Είναι φανερό ότι η θέση που παίρνει η Μεγάλη Βρετανία αποτελεί το πρωταρχικό εμπόδιο για την Ένωση της Ευρώπης. Μη ξεχνάμε όμως πως η νησιωτική Αγγλία, αν και αποτελεί ουσιώδες τμήμα της Ευρώπης, ηγείται ωστόσο μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας που εκτείνεται και στις πέντε ηπείρους. Θα ήταν λοιπόν επικίνδυνο για την Αγγλία να συνδεθεί μονόπλευρα με την Ευρώπη.
— Αλλά θα δεχθεί ποτέ η Αγγλία μια ένωση της ηπείρου από την οποία θα ήταν η ίδια αποκλεισμένη;
— Θα αποφασίσει ίσως μπροστά στο ρωσικό κίνδυνο ν’ αλλάξει στάση. Υπάρχει λύση, αλλ’ είναι πολύ δύσκολη και πολύπλοκη: η ένωση της ηπείρου σε στενή σύνδεση με τη Μεγάλη Βρετανία και την Αυτοκρατορία της. Η Πανευρώπη και η Αυτοκρατορία πρέπει να είναι αλληλέγγυες σε παγκόσμιο επίπεδο: μ’ άλλα λόγια, η Μεγάλη Βρετανία θα πρέπει να προσχωρήσει στο ευρωπαϊκό σύστημα χωρίς να ενσωματωθεί ή να ενταχθεί σ’ αυτό.

* * *

— Επιβάλλεται να γίνετε ο Γεώργιος Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης!
Ο άνθρωπος, στον οποίο απευθύνει αυτή την έκκληση ο Κουντενχόβε, είναι ο Θωμάς Μάζαρυκ, πρόεδρος τότε της Τσεχοσλοβακικής Δημοκρατίας. Ο παλαίμαχος πολιτικός, που περιβαλλόταν από φωτοστέφανο εξαιρετικού κύρους, δεν οχυρώθηκε πίσω απ’ αυτόν και τα εβδομήντα του χρόνια, ούτε χαμογέλασε στο άκουσμα των επιχειρημάτων που ανέπτυσσε με πάθος ο εικοσιπεντάχρονος συνομιλητής του. Αντίθετα, τον παρακολουθούσε με ιδιαίτερη προσοχή και τον διέκοπτε από καιρό σε καιρό μόνο για να υποβάλλει ερωτήσεις.
— Πιστεύω ότι η ιδέα σας είναι σωστή• κάποια μέρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα γίνουν πραγματικότητα. Όμως φοβάμαι πως δεν ήλθε ακόμη η ώρα τους.
Ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε κοιτάζει με σεβασμό το μυτερό γένι, τα αυστηρά συνοφρυωμένα φρύδια, τα άσπρα μαλλιά του προέδρου Μάζαρυκ και έχει την εντύπωση ότι μιλάει με κάποιο διαπρεπή σοφό. Ίσως είναι η επίδραση της γλυκιάς ανοιξιάτικης μέρας του 1920 που παρασύρει τον πρόεδρο να αφηγηθεί ορισμένες από τις αναμνήσεις του, οι οποίες δικαιολογούν τις επιφυλάξεις που είχε διατυπώσει.
— Όταν βρισκόμουν στο Παρίσι εξόριστος, είχαμε εξετάσει τις δυνατότητες που υπήρχαν για να δημιουργηθούν Ηνωμένες Πολιτείες
της Ανατολικής Ευρώπης. Θυμάμαι τις σχετικές συζητήσεις που κάναμε με τον Έλληνα Ελευθέριο Βενιζέλο, το Ρουμάνο Τάκε Ιονέσκου και άλλους… Είχαμε σκεφθεί πως θα ήταν σκόπιμο να συγκροτηθεί μια Ένωση Κρατών που, αρχίζοντας από τη Βόρεια Φινλανδία και καταλήγοντας στο νοτιότερο άκρο της Ελλάδας, θα αποτελούσε είδος διαχωριστικής ουδέτερης ζώνης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Γερμανία. Το σχέδιό μας ναυάγησε γιατί επικράτησαν στείρες εθνικιστικές αντιλήψεις. Σήμερα, δεν απόμεινε απ’ αυτό παρά η «Μικρή Αντάντ» της Τσεχοσλοβακίας, της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας. Δεν πρόκειται βέβαια για ένωση όπως την εννοούσαμε τότε, αλλά γι’ απλή «συνεννόηση».
Αν και αρνείται να δεσμευθεί επίσημα, ο Μάζαρυκ εκφράζεται ωστόσο με συμπάθεια για τα σχέδια του Κουντενχόβε και υπόσχεται την ανεπίσημη συμπαράσταση του. Η υπόσχεση δεν ικανοποιεί τον επισκέπτη. Φεύγει απογοητευμένος. Στο προαύλιο του προεδρικού μεγάρου προτού ανεβεί στο αυτοκίνητο, που τον περιμένει, ο Κουντενχόβε κοιτάζει μελαγχολικά τα επιβλητικά τείχη του πύργου Χραντκάνυ και αναλογίζεται ότι είναι πολύ δύσκολο να καταπολεμηθούν οι παλιές προκαταλήψεις.
Ο Μάζαρυκ δεν ξέχασε τη συζήτηση του με τον κήρυκα της Πανευρώπης, γιατί λίγους μήνες προτού πεθάνει είχε πει σε φίλο του δημοσιογράφο: «Αν ήμουν τριάντα χρονών, θα αφιέρωνα όλες τις δυνάμεις μου για να συμβάλλω στη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης».

* * *

Το ιστορικό περιβάλλον παρασύρει τον Κουντενχόβε στην ανάμνηση του παρελθόντος. Θυμάται μια άλλη ευκαιρία η οποία χάθηκε ανεκμετάλλευτη, πριν από τετρακόσια πενήντα χρόνια. Τότε, κατοικούσε στον ίδιο πύργο του Χραντκάνυ ο βασιλιάς της Βοημίας Γεώργιος Ποντεμπράντυ. Κάτω από την επίδραση του ευφάνταστου Αντουάν Μαρινί, «βιομηχάνου» από τη Γκρενόμπλ, ο μονάρχης αυτός είχε προτείνει την ίδρυση συνομοσπονδίας στην οποία θα μετείχαν η Πολωνία, η Ουγγαρία, οι δούκες της Βουργουνδίας και της Βαβαρίας, η Δημοκρατία της Βενετίας και η Βοημία• την ηγεσία της θα αναλάμβανε ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος XI.
Το σχέδιο για τη σχετική συνθήκη υποβλήθηκε στο Λουδοβίκο XI, από τον Μαρινί το έτος 1464 και ήταν επεξεργασμένο σε όλες τις λεπτομέρειες του. Όργανα της Συνομοσπονδίας θα ήταν ένα Δικαστήριο, μία Συνέλευση, που η έδρα της θα μεταφερόταν κάθε πέντε χρόνια από τη μια χώρα στην άλλη και τέλος οι κοινές ένοπλες δυνάμεις… Στο σχέδιο προβλεπόταν επίσης η δικαστική συνδρομή για τον κολασμό, από τα συμβαλλόμενα μέρη, των αδικημάτων που θα διέπρατταν οι υπήκοοί τους στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους-μέλους.
Κύρια επιδίωξη της συμμαχίας ήταν η αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής, στόχος της όμως ήταν και ο περιορισμός της κοσμικής εξουσίας του Πάπα, ο οποίος, όπως ήταν επόμενο, έσπευσε να καταδικάσει αυτή την αιρετική ενέργεια. Ο Λουδοβίκος XI απέρριψε την πρόταση και η βοημική αντιπροσωπεία έφυγε άπρακτη.
Ο Ρίχαρντ Κουντενχόβεν σκέπτεται ότι ο Γεώργιος ντε Προντεμπράντυ δεν είχε και τόσο άδικο όταν διατύπωνε τα παράπονά του εναντίον της «Χριστιανοσύνης»: «…Η δύναμή της ήταν ανυπέρβλητη γιατί περιλάμβανε στους κόλπους της εκατόν δέκα εφτά μεγάλα βασίλεια (…). Σήμερα όμως διαπιστώνουμε με απελπισία πόσο είναι εξασθενημένη, διασπασμένη, απογυμνωμένη από τη λαμπρή αίγλη που τη στεφάνωνε, στο παρελθόν…» Αλλά η αποτυχία του διαβήματός του δεν αποθαρρύνει ακόμη τον Κουντενχόβε. Θα δοκιμάσει την τύχη του απευθυνόμενος στην κοινή γνώμη, με άρθρα στον τύπο, με βιβλία, με διαλέξεις…

* * *

Το πρώτο άρθρο, με τίτλο «Το Ευρωπαϊκό πρόβλημα» δημοσιεύεται ταυτόχρονα, το καλοκαίρι του 1920, στη Νόυε Φράιε Πρέσσε της Βιέννης και τη Φόσσισε Τσάιτουνγκ του Βερολίνου και είχε ελάχιστη απήχηση. Μόνο πενήντα ένα άτομα γράφτηκαν μέλη στην Πανευρωπαϊκή Ένωση που η ίδρυση της είχε ανακοινωθεί με το ίδιο άρθρο.
— Οι περισσότεροι είναι ιδιόρρυθμοι ή τρελοί, αγαπητή μου Ίντελ. Αυτό διαπιστώνει ο Κουντενχόβε, καθώς τακτοποιεί πάνω στο γραφείο του το μικρό σωρό των επιστολών που είχε λάβει.
— Θα έπρεπε ίσως να συνεχίσεις τα διαβήματά σου και σε άλλους αρχηγούς κρατών ή πρωθυπουργούς, έστω και αν η υποδοχή του Μαζάρυκ ήταν απογοητευτική.
Λένε ότι ο καινούργιος πρωθυπουργός της Ιταλίας —ο Μουσολίνι— είναι θαυμαστής του Νίτσε. Ισχυρίζεται ότι είναι ειρηνιστής και διεθνιστής. Θα θελήσει άραγε να συνεχίσει το δρόμο που χάραξε ο μεγάλος Ματσίνι;
Η επιστολή που απευθύνθηκε στο Μουσολίνι δεν πήρε καν απάντηση, καίτοι είχε γραφεί με πομπώδεις φράσεις «εξ ονόματος της ευρωπαϊκής νεολαίας». Ο Κουντενχόβε τόνιζε σ’ αυτή:
«Ο κίνδυνος που απειλεί την Ευρώπη δεν προέρχεται από το Βορρά αλλά από τη Δύση, στον οικονομικό τομέα, και από την Ανατολή στον πολιτικό τομέα. Μια διαιρεμένη Ευρώπη είναι καταδικασμένη σε συντριβή από τον αμερικανικό ανταγωνισμό• μια διχασμένη Ευρώπη θα γίνει θύμα της ρωσικής ηγεμονίας. Την ειρήνη στην Ευρώπη και την ανεξαρτησία της θα μπορέσουν να την εγγυηθούν μόνο η οικονομική ένωση, η διαιτητική επίλυση των διαφορών και η στρατιωτική συμμαχία». Και ο Κουντενχόβε καταλήγει: «Επιβάλλεται να επεμβείτε αποφασιστικά μέσα στο ευρωπαϊκό χάος και να θέσετε το θεμέλιο λίθο για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Τότε θα ευλογείται αιώνια η μνήμη σας και το όνομα σας θα μείνει αθάνατο».
Αλλά ο Μουσολίνι σκεφτόταν άλλους τρόπους με τους οποίους θα εξασφάλιζε την αθανασία!

* * *

Ομως ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε επιμένει. Αποφασίζει και ιδρύει τον εκδοτικό οίκο «Πανευρώπη», που θ’ αναλάβει την εκτύπωση και διάδοση του ομώνυμου βιβλίου, που πρόσφατα συνέγραψε.
Πανευρώπη: πρόκειται για παράξενο όνομα. Στην πραγματικότητα, η απόφαση για την επιλογή του πάρθηκε κάτω από την επίδραση που άσκησε το βιβλίο «Παναμέρικα» του Α.Χ. Φηλντ. Ήταν ένα έργο το οποίο αναφερόταν στην ιστορία της Παναμερικανικής Ενώσεως. Εξάλλου, θυμίζει στον Κουντενχόβε το «Παν-Ισλάμ» του Σουχραγουώρθυ. Όμως υπάρχει πιο σπουδαίος λόγος που οδήγησε σ’ αυτή την επιλογή. Η ονομασία είναι λιγότερο εντυπωσιακή από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, που —όπως σκέπτεται ο Κουντεντχόβε— «θα μπορούσε να τρομάξει όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, γιατί θυμίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής οι οποίες έχουν μία και μοναδική κυβέρνηση, την ομοσπονδιακή».
Ο Κουντενχόβε θέτει από την αρχή το πρόβλημα και χρησιμοποιεί το επιχείρημα που θα επικαλεσθεί λίγα χρόνια αργότερα ο Σπινέλλι: για να υπάρξει η Ευρώπη πρέπει να τη θελήσουμε. Στην πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου του υπογραμμίζεται: «Πολλοί είναι εκείνοι που ονειρεύθηκαν μια Ευρώπη ενωμένη• ελάχιστοι όμως απ’ αυτούς είναι αποφασισμένοι να αγωνισθούν για τη δημιουργία της. Η ιδέα θα παραμείνει στείρα αν είναι προϊόν ευχής• θα καρποφορήσει μόνο αν εκδηλωθεί ως θέληση».
Οι παρακάτω σκέψεις διατηρούν, παρά τα 60 χρόνια που πέρασαν, εκπληκτική επικαιρότητα: «Δεν είναι οι Ευρωπαϊκοί λαοί που πάσχουν από γηρατειά, αλλά τα πολιτικά τους συστήματα».
Έμπειρος φιλόσοφος ο Κουντενχόβε δεν παραλείπει να αντικρούσει την κατηγορία που διατυπώνεται και επαναλαμβάνεται τόσο συχνά και σήμερα: «Η μομφή ότι πρόκειται για ουτοπία δεν είναι ικανή να κλονίσει την Πανευρώπη. Δεν υπάρχει νόμος της φύσεως που να εμποδίζει την πραγματοποίησή της. Ανταποκρίνεται στα συμφέροντα της συντριπτικής ευρωπαϊκής πλειοψηφίας και θεωρείται απειλή μόνο από εκείνους που ανήκουν στην έσχατη μειοψηφία, η οποία όμως αποδυναμώνεται βαθμιαία». Για να αποδείξει τη βασιμότητα των ισχυρισμών του, επικαλείται τη μαρτυρία της ιστορίας: «Στα 1913, οι δημοκρατίες στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία αποτελούσαν ουτοπία• το 1918, είχαν γίνει πραγματικότητα. Στα 1916, η επικράτηση του κομμουνισμού στη Ρωσία χαρακτηριζόταν ουτοπία• και όμως το 1917 είχε μεταβληθεί σε πραγματικότητα».
Ο Κουντενχόβε παρασύρεται από το πάθος του, γίνεται βίαιος και εγκαταλείπει για λίγο την ευπρεπή επιφυλακτικότητά του, που εξοργίζει πολλούς φίλους του: « Όσο λιγότερη φαντασία έχουν οι πολιτικοί, τόσο πιο απέραντο τους φαίνεται το πεδίο της ουτοπίας και τόσο πιο περιορισμένο το πεδίο του δυνατού. Απ’ αυτά τα ανδρείκελα, η Ιστορία έχει μεγαλύτερη φαντασία, γιατί, όπως αποδείχθηκε, αποτελείται από αλυσίδα εκπλήξεων που έγιναν πραγματικότητες».
Φαίνεται πως ο βίαιος τόνος ικανοποιεί τους αναγνώστες. Ένα μήνα μετά από την κυκλοφορία του βιβλίου, περισσότερα από χίλια άτομα είχαν επιστρέψει στο συγγραφέα το μικρό δελτίο που συνόδευε την αποστολή του τεύχους και περιείχε τη δήλωση: «Επιθυμώ να εγγραφώ μέλος στην Πανευρωπαϊκή Ένωση». Το κίνημα παίρνει σάρκα και οστά!
Εκείνο το Νοέμβριο του 1923, εμφανίζονται και άλλες οργανώσεις• πολλές απ’ αυτές δείχνουν δυναμισμό, που εξελίσσεται κάποτε δραματικά. Στο Μόναχο, τη νύχτα της 8 προς την 9 Φεβρουαρίου, ο Χίτλερ εισβάλλει πάνοπλος στο ζυθοπωλείο «Μπούργκερμπράου», όπου είναι συγκεντρωμένα τα περισσότερα μέλη του βαβαρικού υπουργικού συμβουλίου. Πρόκειται για πραξικόπημα, που θα καταπνιγεί στο αίμα την επόμενη μέρα μπροστά από το περιστύλιο της «Φέλντχερρενχάλλε». Όμως το παιχνίδι δεν χάθηκε για το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα!

* * *

Η Πανευρωπαϊκή Ένωση χρειαζόταν τώρα κάποιο έμβλημα. Ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε επιλέγει τον ερυθρό σταυρό πάνω σε χρυσαφένιο ήλιο. Στην Ίντελ δίνει εξηγήσεις για την απόφαση του αυτή:
— Ο ερυθρός σταυρός των σταυροφοριών του μεσαίωνα είναι το πιο αρχαίο σύμβολο της υπερεθνικής ευρωπαϊκής ενώσεως. Σήμερα συμβολίζει το διεθνή ανθρωπισμό. Ο ήλιος παριστάνει το ευρωπαϊκό πνεύμα, που η ακτινοβολία του έχει φωτίσει ολόκληρο τον κόσμο. Ο ελληνικός και ο χριστιανικός πολιτισμός —ο σταυρός του Ιησού Χριστού πάνω στον ώμο του Απόλλωνα— αποτελούν το ακατάλυτο θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Στη γρήγορη ανάπτυξη της οργάνωσης συνέβαλε αποφασιστικά και η απροσδόκητη οικονομική βοήθεια εξήντα χιλιάδων μάρκων. Ήταν προσφορά του Αμβουργέζου φιλάνθρωπου Μαξ Βάρμπουργκ, στενού φίλου του βαρόνου Λουί ντε Ρότσιλντ, ο οποίος τον είχε συστήσει στον Ρίχαρντ Κουντενχόβε. Ο γενναιόδωρος αυτός άνθρωπος είχε μια απαραβίαστη αρχή: βοηθούσε μια και μοναδική φορά• από τους δωρεοδόχους εξαρτιόταν, στη συνέχεια, να διαχειριστούν έξυπνα και συνετά το ποσό που τους είχε προσφερθεί!
Από τη μεριά της, η αυστριακή κυβέρνηση παραχώρησε στην Πανευρώπη ορισμένες αίθουσες της πασίγνωστης Χόφμπουργκ στη Βιέννη, που η χρησιμοποίησή τους προσέδιδε ιδιαίτερο κύρος στην οργάνωση.
Οι Βιεννέζοι αποδέχονται με συμπάθεια την Πανευρώπη και η εγκατάστασή της στη Χόφμπουργκ ζωντανεύει νοσταλγικές αναμνήσεις και ελπιδοφόρες προσδοκίες: μέσα από το ανάκτορο αυτό, πίσω από τα πανύψηλα παράθυρά του, οι Αψβούργοι διοίκησαν για πολλούς αιώνες την Αυτοκρατορία. Δεν θα μπορούσε, άραγε, να ανακτήσει πάλι η πόλη την παλιά αίγλη της, να γίνει η πρωτεύουσα της Ομοσπονδιακής Ευρώπης;…
Την ίδια εποχή, ο Κουντενχόβε σημειώνει και άλλη εντυπωσιακή επιτυχία: ο πανιερότατος Ίγκνατς Ζάιπελ, αρχηγός των χριστιανοσοσιαλιστών και καγκελάριος της Αυστρίας, δέχεται να αναλάβει την προεδρία της αυστριακής επιτροπής για την Πανευρώπη. Ο ενάρετος ιεράρχης είναι ταυτόχρονα και επιδέξιος πολιτικός, διότι προτείνει: «Προκειμένου να πεισθούν όλοι ότι το κίνημα είναι υπερκομματικό, θεωρώ σκόπιμο να προσφερθούν αντιπροεδρίες σ’ έναν σοσιαλιστή και σ’ έναν εκπρόσωπο του κόμματος «Μεγάλη Γερμανία».
Η σκέψη ήταν καλή, αλλά δύσκολη η πραγματοποίηση της, διότι απαιτούσε λεπτότητα χειρισμών. Τα δύο μεγάλα κόμματα είχαν εκδηλωθεί ανεπιφύλακτα για την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία, για το περίφημο «Άνσλους». Πώς μπορούσε να συμβιβασθούν τα ασυμβίβαστα; η Πανευρώπη και το Άνσλους;
Το ζήτημα συζητήθηκε από την πρώτη κιόλας συνάντηση με τον Δρα Καρλ Ρέννερ, τον πιο σημαντικό ηγέτη των σοσιαλιστών, στον οποίο ο Κουντενχόβε εξήγησε: «Η Πανευρώπη πρέπει να θεωρηθεί κι αυτή Άνσλους” με τη διαφορά ότι θα γίνει προς όλες τις κατευθύνσεις, συγχρόνως. Έτσι θα καταργηθούν οι τελωνειακοί φραγμοί που σας χωρίζουν από τη Γερμανία, αλλά κι εκείνοι που δημιουργήθηκαν για τα νεοσύστατα γειτονικά κράτη».
Η διευκρίνιση ικανοποίησε τον Δρα Ρέννερ, που αποδέχθηκε τη μία αντιπροεδρία. Ο Δρ. Ντινγκχόφερ, αρχηγός των «Παγγερμανών», μπόρεσε τότε χωρίς τύψεις συνειδήσεως να αναλάβει την άλλη αντι-προεδρία.
Οι προσχωρήσεις στο κίνημα, του πανιερότατου Ζάιπελ και του Δρα Ρέννερ, ήταν ιδιαίτερα πολύτιμες, όχι μόνο για τις δραστηριότητες της Πανευρώπης στην Αυστρία, αλλά και για την προβολή του κινήματος στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο αριθμός των οπαδών του αυξανόταν βαθμιαία και πολλοί ξένοι εκδότες ζητούσαν έγκριση για να εκδώσουν το βιβλίο «Πανευρώπη».
Η απάντηση του Κουντενχόβε ήταν στερεότυπη: «Πολύ ευχαρίστως, με τον όρο ότι κάθε αντίτυπο θα συνοδεύεται από δελτίο εγγραφής μέλους στην οργάνωση, γραμμένο στη γλώσσα σας».
Έτσι, το έργο δημοσιεύθηκε σε δεκάδες γλώσσες και στα γιαπωνέζικα και στην εσπεράντο, ποτέ όμως στα ρωσικά και τα ιταλικά.

* * *

Τώρα αρχίζει περίοδος όπου η δραστηριότητα παίρνει πυρετώδη μορφή. Ο Κουντενχόβε δεν αφήνει ευκαιρία για να διαφωτίσει και να πείσει, με αμφίβολα, συχνά, αποτελέσματα. Παράδειγμα η περίπτωση του Έντβαρντ Μπένες. Υπουργός των Εξωτερικών της Τσεχοσλοβακίας, είναι πρωτ’ απ’ όλα αδιάλλακτος Τσέχος εθνικιστής• πανευρωπαίος στη θεωρία, πολέμιος στην πράξη.
Πιστεύει στην Πανευρώπη, αλλά τη θεωρεί μακροπρόθεσμο στόχο, παρατηρεί ο Κουντενχόβε. Γι’ αυτό το λόγο είναι πρόθυμος να μας υποστηρίξει. Όμως, αν δει ότι η πραγματοποίησή της μπορεί να γίνει σύντομα, τότε θα είναι βέβαιο πως θα την καταπολεμήσει…
Παρά τις λανθάνουσες αμοιβαίες επιφυλάξεις, ο Μπένες δέχεται να γίνει επίτιμος πρόεδρος της Τσεχοσλοβακικής Πανευρωπαϊκής Ενώσεως• επί πλέον εγκρίνει να χορηγηθεί διπλωματικό διαβατήριο στον Κουντενχόβε που είναι γι’ αυτόν πολύτιμο απόκτημα.
Από παντού τον καλούν τώρα για ομιλίες και διαλέξεις. Στο Διεθνές Ειρηνιστικό Συνέδριο, που έγινε στο Βερολίνο, στις αρχές Οκτωβρίου του 1924, η Πανευρώπη είναι το πρώτο θέμα στην ημερήσια διάταξή του. Οι συζητήσεις ήταν θυελλώδεις και συχνά δραματικές.
— Αυτό που επιδιώκετε αποτελεί στην ουσία ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, φωνάζει έξαλλος κάποιος σύνεδρος.
Άλλος διαμαρτύρεται λέγοντας: «Η ευρωπαϊκή στρατιωτική ένωση είναι απαράδεκτη».
Ο Κουντενχόβε δεν υποχωρεί και αντικρούει τους πάντες: «Επιμένω ότι το ιδεώδες της ελευθερίας έχει απόλυτη υπεροχή απέναντι στο ιδεώδες της ειρήνης. Λαός που δεν θέλει να αγωνισθεί εναντίον της τυραννίας είναι καταδικασμένος, διότι θα γίνει, αργά ή γρήγορα, δούλος».
Οι συζητήσεις, που είχε με τους Γερμανούς πολιτικούς, σημείωσαν μεγαλύτερη επιτυχία από άλλες. Ο σοσιαλδημοκράτης Πάουλ Λαίμπε, πρόεδρος του Ράιχσταγκ, έγινε πρόεδρος του γερμανικού πανευρωπαϊκού τμήματος. Ακολουθούν και άλλα γνωστά ονόματα από τον πολιτικό κόσμο: ο πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος Έριχ Κω-Βέμπερ, ο τότε δήμαρχος της Κολωνίας Δρ. Κόνραντ Αντενάουερ, οι καγκελάριοι Μαρξ και Βιρτ, ο κόμης Λέρχενφηλντ, από το λαϊκό κόμμα της Βαβαρίας, και πολλοί άλλοι επίσης• ανάμεσα τους ο Δρ. Γιάλμαρ Σαχτ, που έγινε διάσημος γιατί πέτυχε να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό και να σταθεροποιήσει το γερμανικό μάρκο, όταν ήταν διοικητής της Ράιχσμπάνκ.
Ο υπουργός των Εξωτερικών Δρ. Γούσταφ Στρέζεμαν είναι προσωπικότητα με κύρος και επιρροή. Έπειτα από συνάντησή του με τον Κουντενχόβε, γράφει το ίδιο βράδυ στο προσωπικό ημερολόγιο του: «Δέχθηκα σήμερα την επίσκεψη του κ. Κουντενχόβε-Καλέργη. Η ιδέα του για την Πανευρώπη σημειώνει μεγάλη πρόοδο. Όποια και αν είναι η γνώμη που επικράτησε γι’ αυτόν, πρέπει να ομολογήσω ότι πρόκειται για άτομο με τεράστια μόρφωση και ακατάβλητη ενεργητικότητα. Σχημάτισα την πεποίθηση ότι θα παίξει στο μέλλον πρωτεύοντα ρόλο».
Ο Κουντενχόβε, εξάλλου, εξομολογείται στην Ίντελ: Ο Στρέζεμαν είναι φωτισμένος εθνικιστής. Μοιάζει λίγο στον Μπένες, με τη διαφορά πως έχει κατανοήσει ότι η ανίσχυρη σημερινή Γερμανία πρέπει να χρησιμοποιήσει ευρωπαϊκή γλώσσα αν θέλει να εισακουσθεί.

* * *

Επόμενος σταθμός ήταν το Παρίσι. Πέρα από το διπλωματικό διαβατήριο, ο Κουντενχόβε διαθέτει κάτι καλύτερο. Συστατικές επιστολές του Μπένες απευθυνόμενες σε ισχυρούς Γάλλους φίλους: στον πρώην πρωθυπουργό Πωλ Παινλεβέ, τον αρχισυντάκτη της «Ματέν» Ανρύ ντε Ζουβενέλ, τον πρώην πρωθυπουργό Αριστίντ Μπριάν και τον Ζοζέφ Πωλ Μποντκούρ.
Η πιο ικανοποιητική συνάντησή του υπήρξε εκείνη που είχε με τον Εντουάρ Ερριώ, τότε πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου και υπουργό των Εξωτερικών. Συνάντηση απαλλαγμένη από κάθε εθιμοτυπικό περιορισμό: ο κ. πρωθυπουργός ετοιμαζόταν να πάει σε επίσημο γεύμα και τον δέχθηκε την ώρα που στερέωνε τις τιράντες και φορούσε τα παράσημα του. Αλλ’ ο Κουντενχόβε έφυγε ενθουσιασμένος:
— Είμαι βέβαιος πως συνάντησα επιτέλους τον πολιτικό ηγέτη που αναζητούσα από καιρρ και ο οποίος με την τόλμη και τη φαντασία του θα μεταβάλλει την πανευρωπαϊκή κίνηση σε πραγματικότητα.
Λίγες μέρες αργότερα, ο Ερριώ έθιξε το ζήτημα σε αγόρευση του από το βήμα της Βουλής:
«Η Ευρώπη δεν είναι πια παρά μια μικρή επαρχία του απέραντου κόσμου. Γι’ αυτό, ας ξεχάσει λίγο την παλιά έπαρσή της..; Ζωηρή είναι η επιθυμία μου να δω, κάποτε, τη γέννηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης και αν αγωνίστηκα με τόσο πάθος στην Κοινωνία των Εθνών, το έπραξα γιατί πίστευα ότι ο σπουδαίος αυτός οργανισμός αποτελούσε τον πρόδρομο των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Προτού τελειώσω το λόγο μου, θεωρώ επιβεβλημένο να τονίσω ότι υπάρχουν λαοί που οφείλουν να συμφιλιωθούν γιατί η συνεργασία τους αποτελεί επιτακτική αναγκαιότητα».
Ήταν η πρώτη επίσημη αναγνώριση της πανευρωπαϊκής ιδέας. Ήταν η πρώτη συμφιλιωτική χειρονομία που έκανε η Γαλλία στη Γερμανία.
Ο Στρέζεμαν οφείλει να απαντήσει στην πρόσκληση• αυτό περιμένει ο Κουντενχόβε.
Μάταια όμως, γιατί η προσφορά μένει αναπάντητη. Σπεύδει τότε στο Βερολίνο, συναντά τον καγκελάριο Μαρζ στον οποίο τονίζει ότι η γερμανική διπλωματία δεν δικαιούται να αγνοήσει τη μεγάλη ευκαιρία, που παρουσιάζεται σήμερα. Αλλ’ ο Στρέζεμαν απουσιάζει. Ο διπλωμάτης Μαλτσάν, υπηρεσιακός υφυπουργός των Εξωτερικών, αντιλαμβάνεται τη σημασία της γαλλικής χειρονομίας και υπόσχεται να ενεργήσει κατάλληλα. Πράγματι, λίγες μέρες αργότερα, η εφημερίδα «Φρανκφούρτερ Αντσάιγκερ» δημοσιεύει άρθρο, που υπογράφεται από τον Στρέζεμαν και αποτελεί απάντηση —θετική— στον Ερριώ. Το ατύχημα είναι ότι φτάνει πολύ αργά. Οι μέρες της γαλλικής κυβερνήσεως είναι μετρημένες. Η ραγδαία πτώση του φράγκου θα την αναγκάσει να παραιτηθεί. Ο διάδοχος του Ερριώ — ο Πουανκαρέ— θεωρεί πως προτεραιότητα έχουν άλλα θέματα.
Το γεγονός ότι δεν υπήρχε πια ελπίδα να πεισθεί ο Μουσολίνι δεν εμπόδισε τον Κουντενχόβε να επιδιώξει άλλες επαφές στην Ιταλία. Ενδιαφέρον για τις ιδέες του δείχνουν κυρίως οι αντιφασιστές διανοούμενοι: ο Μπενεντέττο Κρότσε, με τα χαρακτηριστικά μουστάκια, ο Γουλιέλμο Φερρέρο, που είναι επίσης ιστορικός και βασανίζεται από τις ανησυχίες που κατέχουν τον Κουντενχόβε. Απόδειξη το έργο που είχε δημοσιεύσει πρόσφατα με θέμα την κατάρρευση του αρχαίου πολιτισμού.
Αλλά και οι πολιτικοί άνδρες, που βρίσκονται στην αντιπολίτευση, δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται λιγότερο από τους διανοουμένους. Όταν ήταν ακόμη στο Παρίσι, ο Κουντενχόβε είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει πόσο μεγάλη ήταν η απογοήτευση που επικρατούσε σ’ αυτούς τους πολιτικούς κύκλους. Θυμάται την έξαλλη οργή με την οποία αναφερόταν στους Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες ο Φραντσέσκο Νίττι: «Είναι όλοι τους ηλίθιοι! Τρελοί! Εγκληματίες! Με την τύφλωσή τους ετοιμάζουν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο!»
Ο Τζιοβάννι Τζιολίττι, που διετέλεσε για πολλά χρόνια πρωθυπουργός, έπαψε πια να εμπιστεύεται το Μουσολίνι. Ο Τζιοβάννι Αμέντολα, μεγάλη φιλελεύθερη προσωπικότητα, θα πέσει σύντομα θύμα των φασιστών εκτελεστών. Όλοι, χωρίς εξαίρεση, αναγνωρίζουν πόσο είναι αναγκαία η Ενωμένη Ευρώπη, αλλά ομολογούν παράλληλα πόσο είναι οι ίδιοι ανίσχυροι.
Αντίθετα, επίσκεψη στο Βατικανό είχε αποκαρδιωτικό αποτέλεσμα. Ούτε ο πάπας Πίος XI, αλλ’ ούτε και ο γηραιός καρδινάλιος Γκάσπαρρι, που ήταν επί των Εξωτερικών υποθέσεων υπουργός του, θέλησαν να αποφανθούν θετικά για την προσπάθεια της Πανευρώπης. Ωστόσο, το δημοσιογραφικό όργανο του Βατικανού, το «Οσσερβατόρε Ρομάνο», άρχισε ύστερα από την επίσκεψη αυτή να δημοσιεύει καλοπροαίρετα σχόλια για τις δραστηριότητες του Κινήματος.

* * *

Βρυξέλλες, Βουδαπέστη, Βαρσοβία: ο Κουντενχόβε ταξιδεύει αδιάκοπα. Παραρτήματα της Πανευρωπαϊκής Ενώσεως ιδρύονται στο Βέλγιο, στην Ουγγαρία, Πολωνία, Ισπανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία… Ποιος θυμάται σήμερα ποιες απ’ αυτές τις χώρες υπήρξαν κάποτε κυρίαρχα και ανεξάρτητα κράτη;
Ενάμισης χρόνος πέρασε από τότε που ξεκίνησε, και το πανευρωπαϊκό κίνημα έχει γίνει πια διεθνές πολιτικό φαινόμενο, που κατόρθωσε να προσελκύσει επίσης το ενδιαφέρον πολλών διανοουμένων. Ο Κουντενχόβε έχει γράψει με ικανοποίηση τα ονόματα των: Πωλ Κλωντέλ, Πωλ Βαλερύ, Ζυλ Ρομαίν, Χάινριχ και Τόμας Μανν, Γκερχάρντ Χάουπτμαν, Στέφαν Τσβάιχ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Φραντς Βέρφελ, Φριτς φον Ούνρου, Άρτουρ Σνίτσλοφ, Σίγκμουντ Φρόυντ, Σέλμα Λαγκερλέφ, Κάριν Μικαέλης, Άλμπερτ Αϊνστάιν, Ορτέγκα υ’ Γκασσέτ, Μιγκουέλ ντε Ουναμούνο… Ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε δεν συμπλήρωσε ακόμη τα τριάντα του χρόνια.

* * *

Οι Βρετανοί δεν εκδηλώνονται• είναι η πιο επιεικής διαπίστωση που μπορεί να κάμει κανείς. Ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε δεν αποθαρρύνεται και φεύγει μαζί με τη γυναίκα του για το Λονδίνο. Η πρώτη επαφή του με Άγγλο διπλωμάτη είχε γίνει στη Γενεύη: το σερ Έρικ Ντράμμουντ, που ήταν τότε γενικός γραμματέας της Κοινωνίας των Εθνών. Η ευγένεια του σερ Έρικ δεν έχει κατορθώσει να εξουδετερώσει την εντύπωση που προκάλεσαν τα αποχαιρετιστήρια λόγια του:
«Please, don’t go too fast!» Σπεύδε βραδέως. Σαν να ήταν επιτρεπτή η σπουδή για μια τέτοια ενέργεια. Ο Κουντενχόβε δεν είχε ξεχάσει αυτή την προειδοποίηση που έγινε με μορφή συμβουλής.
Λίγες μέρες ύστερα από την άφιξη του, ο Κουντενχόβε συγκρατεί δύσκολα την αγανάκτηση του:
«Όλοι δείχνουν πολλή εγκαρδιότητα και κανένας δεν εκφράζει επίσημα την αντίθεσή του για την Πανευρώπη. Όμως δεν συνάντησα ακόμη ούτε έναν Άγγλο επίσημο πιο πρόθυμο να προτείνει τη συμμετοχή της Αγγλίας στην Πανευρώπη».
Στο τέλος, ο πιο ένθερμος σύμμαχός του ήταν και ο πιο απροσδόκητος. Ο συνταγματάρχης Σ.Λ. Έϊμερυ θα έπρεπε, σύμφωνα με τους στοιχειώδεις κανόνες της λογικής, να αντιταχθεί στα σχέδια του Κουντενχόβε. «Συντηρητικός» από πεποίθηση, θεωρούσε τον εαυτό του, αφού ήταν και υπουργός των Αποικιών, ταγμένο στη στήριξη και προάσπιση της Αυτοκρατορίας. Αυτοκρατορίας που εκτείνεται από το Χονγκ-Κονγκ, με τους Κινέζους του, ως το Παντζάμπ, με τους Σικχς• από την Κένυα με τους Σουαχίλι ως τη Βόρνεο με τους κυνηγούς κεφαλών από το Νεπάλ, με τους Γκούρκας ως τη Χρυσή Ακτή με τους Χούσσας. Στους κόλπους της συνενώνει πολλούς και ποικίλους λαούς, σε αριθμό που δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ εκείνον της φτωχιάς Ευρώπης.
Στο πρόσωπο του συνταγματάρχη Έϊμερυ ο Κουντενχόβε γνωρίζει «ένα από τα πιο τετράγωνα και δημιουργικά μυαλά της Βρετανικής Αυτοκρατορίας», όπου —πρέπει να ομολογηθεί— δεν παρατηρείται λειψανδρία. Πρόκειται για προσωπικότητα που δεν διστάζει να διακηρύξει ανεπιφύλακτα τις πεποιθήσεις της.
Σε άρθρα και ομιλίες υποστηρίζει ότι η συνένωση της Ευρώπης όχι μόνο δεν αποτελεί κίνδυνο για την Αυτοκρατορία, αλλ’ αντίθετα θα προσφέρει οφέλη στη Μεγάλη Βρετανία. Τονίζει επίσης ότι ο κόσμος οργανώνεται σήμερα σε μεγάλες εδαφικές και πολιτικές ενότητες, που τα συμφέροντα τους μπορεί να συγκρούονται. Σε περίπτωση που θα σημειωθούν προστριβές ανάμεσα τους, το συμφέρον της Αυτοκρατορίας επιβάλλει να έχει στο πλευρό της σύμμαχο ισχυρό και ενωμένο και όχι την Ευρώπη διαιρεμένη.
Ο συνταγματάρχης Έϊμερυ θα προσφέρει στην Πανευρωπαϊκή ιδέα ένα δώρο ακόμη πιο πολύτιμο, του οποίου δεν μπορεί για την ώρα να εκτιμήσει τη μεγάλη σημασία: θα γίνει πειστικός συνήγορος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, μιλώντας γι’ αυτή σε παλιό φίλο και συμμαθητή του στο Κολλέγιο. Ο φίλος του αυτός είναι ο Ουίνστον Τσώρτσιλ.
Ο Αριστίντ Μπριάν είναι άραγε απεσταλμένος της Θείας Πρόνοιας; Στα χρόνια που πέρασαν, ο Κουντενχόβε έχει γνωρίσει πολλούς πολιτικούς, πολλούς διπλωμάτες, αλλά κανένας δεν τον εντυπωσίασε τόσο βαθιά όσο αυτός ο Γάλλος πολιτικός.
Στο πολυτελές γραφείο του Και ντ’ Ορσαί, όπου τον δέχεται ο υπουργός των Εξωτερικών της Γαλλίας, ο Κουντενχόβε υποκύπτει στη γοητεία που ασκεί ο άνθρωπος τον οποίο επισκεπτόταν με σκοπό να τον προσεταιρισθεί.
Ο σοσιαλιστής ηγέτης και ο κοσμοπολίτης αριστοκράτης έχουν πολλά κοινά σημεία που τους συνδέουν πνευματικά, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η πολιτική. «Έχει εμφάνιση καλλιτέχνη και όχι πολιτικού», σκέπτεται ο Κουντενχόβε. Η ψυχική ευαισθησία των δύο ανδρών πάλλει στο ίδιο μήκος κύματος και τους απαλλάσσει από τον κόπο να προσφύγουν στις συνηθισμένες περιφράσεις.
Για τον Μπριάν λέγεται ότι απεχθάνεται τους ογκώδεις υπηρεσιακούς φακέλους, που δεν δέχεται εύκολα ν’ ανοίξει, έχει όμως το χάρισμα να κάνει ερωτήσεις οι οποίες διακρίνονται για τη σαφήνειά τους. Εξετάζει κάθε θέμα απ’ όλες τις πλευρές του, όχι τόσο γιατί τον ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες στην ουσία, όσο γιατί έτσι του δίνεται η δυνατότητα να συνθέσει τον ολοκληρωμένο πίνακα, που οι φωτοσκιάσεις του ανοίγουν καινούργιες προοπτικές. Για πολλή ώρα βομβαρδίζει τον Κουντενχόβε με ερωτήσεις, υπόσχεται να υποστηρίξει την προσπάθειά του και καθώς τον συνοδεύει ως την πόρτα, επαναλαμβάνει με τη μελωδική φωνή του, που θυμίζει ταυτόχρονα σφυροκόπημα: «Προχωρήστε γρήγορα! Γρήγορα, πολύ γρήγορα».
Αλλ’ ο ίδιος είναι υποχρεωμένος να προχωρήσει με βήμα σημειωτό. Δεν είναι παρά ο υπουργός των Εξωτερικών, σε κυβέρνηση που προεδρεύεται από τον άκαμπτο εθνικιστή Ρεϋμόν Πουανκαρέ.
Το ζεύγος Κουντενχόβε συναντιέται το ίδιο βράδυ στο χωλ μεγάλου παρισινού ξενοδοχείου με τον Τόμας Μανν και τη γυναίκα του. Ο Γερμανός συγγραφέας είναι κιόλας γνωστός και δεν θ’ αργήσει να δοξασθεί με την απονομή του βραβείου Νόμπελ για τη λογοτεχνία, στα 1929. Με τους Κουντενχόβε γνωρίζεται εδώ και πολλά χρόνια• η Ίντελ είχε πρωταγωνιστήσει παλιότερα στο έργο «Ο Τύραννος» γραμμένο από τον αδελφό του Τόμας Μανν, Χάινριχ. Ο Κουντενχόβε φοράει με άνεση το καλοραμμένο φράκο, που στο πέτο του γυαλίζει το μικρό χρυσοκόκκινο έμβλημα της Πανευρώπης.
«Είναι ένας από τους πιο αξιόλογους και ωραίους άνδρες που έχω συναντήσει ως τώρα!» σημειώνει στο ημερολόγιο του ο Τόμας Μανν. «Γοητεύει και μπροστά του ο μέσος Γερμανός αισθάνεται επαρχιώτης… Η στάση και ο λόγος του καθρεφτίζουν πίστη ακλόνητη σ’ ένα πολιτικό ιδεώδες, για το αλάθητο του οποίου διατηρώ αμφιβολίες, που όμως ξέρει να υπερασπίζεται και να διαδίδει με δύναμη και σαφήνεια, χάρη στην προσωπικότητα και τα κείμενα του».
Όσο διαρκεί το γεύμα, ο Κουντενχόβε εκδηλώνει μ’ όλους τους τρόπους τον ενθουσιασμό του. Τον δικαιολογεί με την υπόμνηση ότι ο Μπριάν τον άκουσε για πολλή ώρα με μεγάλο ενδιαφέρον και προσοχή. Έτσι όλα φαίνονται δυνατά.
— Η υπόθεση πήρε καλό δρόμο. Η Πανευρώπη μπορεί σε δύο χρόνια να έχει γίνει απτή πραγματικότητα.
Στην πραγματικότητα, το παιχνίδι είναι κιόλας χαμένο για τον Κουντενχόβε, αλλά δεν το ξέρει ακόμη. Θα είναι πια πολύ αργά όταν, ύστερα από τρία χρόνια, αναλάβει ο Μπριάν τη γνωστή εντυπωσιακή πρωτοβουλία για να ξαναζωντανέψει την υπόθεση της Πανευρώπης. Ο Κουντενχόβε είχε για πολλά χρόνια αναζητήσει το χαρισματικό ηγέτη που θα ήταν ικανός να διαλύσει την πολιτική ομίχλη που κάλυπτε την Ευρώπη. Αλλά η Ευρώπη δεν στερείται από ηγέτες• της λείπει η τόλμη και η διορατικότητα.

* * *

Και βέβαια συνήλθε με γιορταστική μεγαλοπρέπεια ένα πρώτο συνέδριο, υπουργοί, πρώην υπουργοί και διπλωμάτες γέμισαν ασφυκτικά τη μαρμάρινη αίθουσα του Μεγάρου Συναυλιών στη Βιέννη. Το παλιό αυτοκρατορικό ανάκτορο του Σαίνμπρουν φιλοξένησε πανηγυρικά για ένα βράδυ την πιο εκπληκτική ομήγυρη: δυο χιλιάδες συνέδρους από είκοσι τέσσερα έθνη. Το καταστατικό και το κοινό πρόγραμμα εγκρίθηκαν ομόφωνα: ο πρόεδρος —ο Κουντενχόβε όπως ήταν αυτονόητο— αναδείχθηκε δια βοής. Η επιτυχία αναμφισβήτητη. Ο Μπριάν δέχθηκε χωρίς δισταγμό την επίτιμη προεδρία που του προσφέρθηκε.
Το Πανευρωπαϊκό Κίνημα, που αναγνωρίστηκε πια επίσημα ως οργανισμός, χρειαζόταν περισσότερο χώρο για να στεγάσει τα γραφεία του.
Αλλά ποια ουσιαστική χρησιμότητα μπορεί να έχουν οι μπαρόκ μαρμαροκονίες του επισκοπικού μεγάρου που του παραχωρήθηκε, οι αβρές τοιχογραφίες, τα λεπτά ξυλόγλυπτα κουφώματα, τα περίτεχνα σκαλίσματα στις κλειδαριές, τα βαριά παλιά έπιπλα; Όλη αυτή η επιδεικτική πολυτέλεια, που πάνω της έχει επικαθήσει η πατίνα του χρόνου, ξαναφέρνει στη μνήμη μια άλλη παλιά πολυτέλεια της Ευρώπης: την υπεροπτική ανεπάρκεια της διπλωματίας της.

* * *

Γιατί η εμφάνιση του Μπριάν στο βήμα της Κοινωνίας των Εθνών στις 5 Σεπτεμβρίου 1929 προκαλεί τέτοια θύελλα χειροκροτημάτων; Είναι, βέβαια, η αίγλη του βραβείου Νόμπελ της Ειρήνης που είχε απονεμηθεί στο Γάλλο πολιτικό, το 1926, σε αναγνώριση της επιτυχίας που σημείωσε με τη σύναψη του «Συμφώνου μη επιθέσεως» στο Λοκάρνο. Είναι επίσης οι φήμες, τα κολακευτικά άρθρα και σχόλια, που κυκλοφόρησαν όταν μαθεύτηκε πως έχει την πρόθεση να μιλάει για Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία. Αλλ’ υπάρχει και κάτι άλλο στις εκδηλώσεις αυτές, που θυμίζει τα χειροκροτήματα με τα οποία το κοινό ενθαρρύνει τον καλλιτέχνη όταν ανοίγει η αυλαία.
Στο διπλωματικό θεωρείο παρατηρείται μεγάλη κίνηση. Φίλοι, δημοσιογράφοι, αξιωματούχοι έρχονται για να συγχαρούν το Ρίχαρντ και την Ίντελ Κουντενχόβε. Κάτω στην αίθουσα συνεδριάσεων, οι πρωθυπουργοί και υπουργοί των Εξωτερικών διακόπτουν τώρα τις συνομιλίες τους. Η προσοχή όλων είναι στραμμένη στον ομιλητή πάνω στο βήμα• περιμένουν με ανυπομονησία να ακούσουν τι θα πει.
Αλλά ο Μπριάν είναι μεγάλος τεχνίτης και χρησιμοποιεί όλα τα τεχνάσματα που παρατείνουν την ένταση της αναμονής. Θα μιλήσει
προηγουμένως για πολλά δευτερεύοντα θέματα προτού αποφασίσει ν’ αναφερθεί στην «ιδέα που ορισμένοι ονόμασαν τολμηρή, για να αποφύγουν ίσως να τη χαρακτηρίσουν ασύνετη», στην ιδέα «που ερέθισε τη φαντασία φιλοσόφων και ποιητών», στην ιδέα «που κατέκτησε, τελικά, τα πνεύματα, γιατί είναι ανεκτίμητη».
Με λίγα μεστά λόγια θίγεται στη συνέχεια η ουσία:
«Φρονώ ότι ανάμεσα σε λαούς, που είναι γεωγραφικά τοποθετημένοι όπως οι λαοί της Ευρώπης, πρέπει να υπάρξει κάποιος δεσμός ομοσπονδιακής μορφής. Είναι ανάγκη οι λαοί αυτοί να έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να επικοινωνούν ελεύθερα, να συζητούν για τα συμφέροντά τους, να παίρνουν κοινές αποφάσεις, να δημιουργούν τους δεσμούς αλληλεγγύης, που θα τους επιτρέπουν να αντιμετωπίσουν μαζί, όταν θα απαιτηθεί, επικίνδυνες καταστάσεις, που ενδέχεται να παρουσιασθούν. Επιθυμία μου είναι να καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να δημιουργηθεί αυτός ο δεσμός».
Οι επευφημίες και τα χειροκροτήματα ήταν ενθουσιώδη.
Η Λουίζ Βάις —η διευθύντρια της επιθεώρησης Η καινούργια Ευρώπη, που το φόρεμα της στολίζεται με το κόκκινο κορδελάκι της Λεγεώνας της Τιμής— έσκυψε και ψιθύρισε στην πασίγνωστη αρθρογράφο Ζενεβιέβ Ταμπουί:
— Κοίταξε τον Χέντερσον το ύψος του δείχνει ότι είναι αποφασισμένος να προτιμήσει την Κοινοπολιτεία και να αγνοήσει την Ευρώπη.
Πράγματι, ο Βρετανός υπουργός των Εξωτερικών φαινόταν να κατέχεται από έντονη ανία, που προσπαθούσε όμως να την κρύψει με πολλή διάκριση, όπως κάνουν οι καθώς πρέπει Αγγλοσάξωνες.
«Αλλ’ ο Μακντόναλντ έχει κιόλας αποφανθεί», παρατήρησε η Ζενεβιέβ Ταμπουί. Δεν διάβασες τη συνέντευξή του στην Νταίηλυ Τέλεγκραφ; Σύμφωνα με την άποψη του πρωθυπουργού της Αυτού Μεγαλειότητας, η ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης επιβάλλεται να αναβληθεί για δέκα χρόνια τουλάχιστο…

* * *

Η πιο εντυπωσιακή απάντηση στην έκκληση του Μπριάν ήταν εκείνη που δόθηκε ύστερα από τέσσερις μέρες. Προερχόταν από τον Γκούσταφ Στρέζεμαν. Κάτωχρος και καταβεβλημένος, ο Γερμανός πολιτικός αγόρευε για τελευταία φορά μπροστά σε διεθνή ομήγυρη. Εκείνη την ημέρα, δεν είχε διάθεση να καταφύγει σε δολιχοδρομίες που χρησιμοποιούσε συχνά —όπως έλεγε ο ίδιος— έχοντας για πρότυπο τον Μέττερνιχ. Στην αγόρευση του, που ήταν σύνθεση λογικής και σύνεσης, τόνιζε χωρίς ρητορικές εξάρσεις την ανάγκη να πραγματοποιηθεί η επιβαλλόμενη από την κατάσταση συνένωση.
Όπως ο Γάλλος υπουργός Λουί Λουσέρ, που είχε παρακινήσει τον
Κουντενχόβε να επιδιώξει τη συνάντηση ανάμεσα στους μεγάλους Γερμανούς και Γάλλους βιομηχάνους, έτσι και ο Γκούσταφ Στρέζεμαν δίνει μεγαλύτερη σημασία στην οικονομική οργάνωση της Ευρώπης παρ’ ό,τι στην πολιτική ενοποίησή της. Η τοποθέτηση αυτή υπαγορεύεται από το αλάνθαστο πολιτικό αισθητήριο του. Η ανάγκη της Γερμανίας για εξαγωγές είναι επιτακτική και ο Στρέζεμαν διαπιστώνει ότι οι οικονομικές θύελλες μπορεί να οδηγήσουν σε πολιτικές αναστατώσεις. Γι’ αυτό καταδικάζει έντονα τους τελωνειακούς φραγμούς, που έχουν πολλαπλασιασθεί σήμερα όσο ποτέ στο παρελθόν και εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών• αξιώνει να καθιερωθεί ενιαίο νομισματικό σύστημα και συνιστά να εκδοθεί ευρωπαϊκό γραμματόσημο…
Είναι αμφίβολο αν μπορεί να χαρακτηρισθεί φιλία αυτό που συνδέει τον Μπριάν με το Στρέζεμαν. Και όμως το βλέμμα του Γάλλου προδίδει κάτι που μοιάζει με συμπάθεια, κάτι που ξεπερνάει την απλή εκτίμηση, η οποία είναι άλλωστε αμοιβαία. Οι δύο άνδρες είναι σε απίστευτο σημείο ανόμοιοι και όμως ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Ο Μπριάν υπήρξε εύγλωττος υπερασπιστής Γάλλων αναρχικών στις δίκες τους, ο Στρέζεμαν ευσυνείδητος γραμματέας συνδέσμου Γερμανών βιομηχάνων της σοκολατοποιίας. Ο ένας απευθύνεται με επιδεξιότητα στα αισθήματα, ο άλλος χειρίζεται με σύνεση τους αριθμούς. Ο ένας καπνίζει με νωχέλεια τσιγάρα, που κιτρινίζουν τα μουστάκια του, ο άλλος παρακολουθεί με προσοχή τους καπνούς από το χοντρό πούρο του.
Ούτε η πειστικότητα του Μπριάν, ούτε η λογική του Στρέζεμαν, αλλ’ ούτε καν η συνδυασμένη αποφασιστικότητα των δύο κατορθώνουν να υπερνικήσουν τους δισταγμούς των κυβερνήσεων. Η Ευρώπη θα πληρώσει ακριβά και για πολλά χρόνια την έλλειψη τόλμης που έδειξαν οι κυβερνήτες της.
Όμως ο Μπριάν επιμένει. Το ίδιο απόγευμα είχε προσκαλέσει όλες τις προσωπικότητες, που εκπροσωπούσαν τις ευρωπαϊκές χώρες, σε γεύμα που παραθέτει το βράδυ στο Οτέλ ντε Μποργκ. Το μεγάλο αυτό ξενοδοχείο είχε μεταβληθεί για λίγες ώρες σε ευρωπαϊκό παράρτημα του «Μεγάρου των Εθνών». Όταν προσφέρεται ο καφές και τα λικέρ, συμφωνείται τελικά ότι ο Μπριάν πρέπει να ξαναπαίξει το ρόλο του «περιοδεύοντα κήρυκα της Ευρώπης» και, αφού διαβουλευθεί με τις κυβερνήσεις και διάφορες ιδιωτικές οργανώσεις, να συντάξει «Μνημόνιο» για να ληφθούν «εν καιρώ» οι αναγκαίες αποφάσεις. Επίσης συμφωνείται και ορίζεται να γίνει η προσεχής συνάντηση το Σεπτέμβριο του 1930. Ο επιβλητικός όγκος του Λευκού Όρους ήταν άφωνος μάρτυρας σ’ αυτή την τελευταία εκδήλωση ευφορίας σ’ αυτό το θλιβερό φεστιβάλ απερίγραπτης υποκρισίας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα,πέθανε ο Γκούσταφ Στρέζεμαν που
φαινόταν να έχει εξαντληθεί περισσότερο από τη μακροχρόνια πάλη με τους Γερμανούς εθνικιστές παρά από την άσκηση των καθηκόντων του στο υπουργείο των Εξωτερικών.
Οι πένθιμες καμπάνες δεν σήμαιναν τότε μόνο γι’ αυτόν…

* * *

«Πουλήστε! Πουλήστε! όσο κι όσο!»
Αυτές οι λέξεις επαναλαμβάνονται από χιλιάδες στόματα, που φώναζαν, κραύγαζαν, θρηνούσαν και ούρλιαζαν. Ήταν εντολή η οποία μεταδιδόταν από τηλέφωνα, τέλεξ, ολιγόλογα σημειώματα και έφτανε τελικά ως τον επισκέπτη σαν ξέσπασμα από άγρια κύματα. Οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι πρέπει να ‘χουν την ικανότητα να είναι παρόντες στον τόπο που πρέπει, την ώρα που πρέπει. Ο Τσώρτσιλ που συνδυάζει και τις δύο ιδιότητες βρισκόταν εκείνο το πρωινό της Πέμπτης, 24 Οκτωβρίου 1929, στον εξώστη που προοριζόταν για το κοινό, στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.
Από το παρατηρητήριό του ο Τσώρτσιλ επισημαίνει ότι οι χρηματιστές εργάζονται με τάξη και ηρεμία, που είναι πραγματικά εκπληκτικές. Ωστόσο, μια ώρα αργότερα θα κλειστεί το θεωρείο του κοινού. Γύρω από το κάνιστρο δεν επικρατεί η προηγούμενη ηρεμία, αλλά συντριβή και κατήφεια: δεν γίνονται πια συναλλαγές γιατί δεν υπάρχουν αγοραστές, οποιαδήποτε κι αν είναι η τιμή.
Την Τρίτη της επόμενης εβδομάδας, η κατάσταση είχε γίνει ακόμη πιο απελπιστική. Τη χρηματαγορά την κατέκλυσαν 16.383.700 μετοχές που προσφέρονταν για πώληση με συνοδεία από κατάρες και δάκρυα. Αργότερα, μαθεύτηκε ότι μόνο στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης οι ζημιές είχαν ξεπεράσει τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό δηλαδή διπλάσιο από το σύνολο των μετρητών που κυκλοφορούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες! Μέσα σε λίγες ώρες παραφροσύνης και πανικού, η οικονομία είχε αφαιμαχθεί από ποσό που ήταν ίσο με κείνο που χρηματοδότησε την αμερικανική πολεμική προσπάθεια στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Αλλά και για τη Γερμανία οι συνέπειες δεν ήταν λιγότερο δραματικές, αφού η τύχη της συνδεόταν στενά με εκείνη που επιφυλάχθηκε στους υπερατλαντικούς επενδυτές και δανειστές.

* * *

Τώρα πια είναι μάταιο να περιμένει κανείς εκπλήξεις. Ο κύβος έχει ριφθεί! Η κάθε κυβέρνηση θα κάμει τα αδύνατα δυνατά για να παρουσιασθεί χλιαρό και ανούσιο το «Μνημόνιο» που ετοιμάζει ο Μπριάν. Αναρίθμητοι εγωισμοί θα αγωνιστούν με τέχνη για να μην πραγματοποιηθεί η κοινή αντιμετώπιση των κινδύνων που διαγράφονται κιόλας στον ορίζοντα απειλητικοί.
Χωρίς καθυστέρηση, η «Νταίηλυ-Εξπρές» αφήνει να διαφανεί ποιες είναι οι σκέψεις της βρετανικής κυβέρνησης: «Ο λαός μας δεν έχει την πρόθεση να συμπράξει οικονομικά αλλ’ ούτε και πολιτικά με την Ευρώπη• είμαστε προορισμένοι για μέλλον καλύτερο απ’ αυτό που προτείνεται». Και ο Τσώρτσιλ εκδηλώνει την αντίθεση του κάπως πιο ήπια, ωστόσο σταθερά, σε άρθρο της «Σατερνταίη Ήβνινγκ Ποστ»: «Ο κόμης Κουντενχόβε-Καλέργης προτείνει να φυτέψουμε ένα δεντράκι, που θα έχει για κλαδιά την ισχύ, τα κοινά συμφέροντα και τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες. Αν το φυντάνι αυτό αναπτυχθεί, θα γίνει δέντρο που θα καταλάβει θέση δεσπόζουσα. Η ισχύς μιας Ευρώπης αδιαίρετης θα είναι ακατάβλητη…
»Καθήκον μας είναι να ευνοήσουμε κάθε τίμιο και πρακτικό μέτρο, που θα αποφάσιζαν να πάρουν οι ευρωπαϊκοί λαοί, με σκοπό να εξαφανίσουν βαθμιαία τα σύνορα που τους χωρίζουν και να υποστηρίξουν τα κοινά συμφέροντα, την κοινή ευημερία τους. Χαιρόμαστε όταν βλέπουμε να μειώνουν τα δασμολόγια τους, να περιορίζουν τους εξοπλισμούς τους. Αναγνωρίζουμε ότι μόνο καλά και ενθαρρυντικά αποτελέσματα θα μπορέσει να αποδώσει μια ευρωπαϊκή κοινότητα, που θα είναι πιο πλούσια, πιο ελεύθερη, πιο ευτυχισμένη. Εμείς, όμως, οι Βρετανοί, έχουμε τα δικά μας όνειρα, τη δική μας αποστολή. Είμαστε με την Ευρώπη αλλά δεν ανήκουμε στην Ευρώπη. Συνδεόμαστε μ’ αυτή, αλλά δεν είμαστε εγκλωβισμένοι σ’ αυτή. Ενδιαφερόμαστε γι’ αυτή και είμαστε σύντροφοί της, δεν δεχόμαστε όμως να απορροφηθούμε απ’ αυτή».
***
Από το γαλλικό τύπο, η κομμουνιστική εφημερίδα «Λ’Ουμανιτέ» αποδίδει πιστά τις ανησυχίες του Κρεμλίνου: η πρωτοβουλία του Αριστίντ Μπριάν προετοιμάζει επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ενώσεως. Η «Φιγκαρό», φερέφωνο των εθνικιστών αστών, ειρωνεύεται τον Μπριάν που «ολόκληρο το χρόνο ονειρεύεται στο Και ντ’ Ορσαί τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, με την ελπίδα ότι το όνειρο μπορεί να γίνει πραγματικότητα όσο πιο συχνά το ονειρεύεται». Μάταιη κακεντρέχεια. Οι αντίπαλοι του Μπριάν θα μπορούσαν να κάνουν οικονομία στα πυρομαχικά τους. Οι άνθρωποι με «κοινό νου» φθάνουν με το παραπάνω για να οδηγήσουν ολόκληρη την ήπειρο στη χρεοκοπία και τον πόλεμο.

* * *

Στο Παρίσι ο Αλεξίς Σαιν Λεζέ-Λεζέ που διευθύνει το διπλωματικό γραφείο του Μπριάν έχει συντάξει με επιμέλεια και επιδεξιότητα το κείμενό του και πήρε όλα τα μέτρα, ώστε να μη δυσαρεστηθεί κανένας. Στο «Μνημόνιό» του τονίζεται ιδιαίτερα ότι τα ομόσπονδα κράτη διατηρούν όλα τα κυριαρχικά δικαιώματά τους και πως το ευρωπαϊκό σχέδιο εντάσσεται στα πλαίσια της Κοινωνίας των Εθνών… Την ίδια
εποχή, ο Χίτλερ παίρνει κι αυτός τα δικά του μέτρα: συγκροτεί τα εφεδρικά «Στούρμαμπταϊλούνγκεν» (Τάγματα Εφόδου), όπου κατα-τάσσονται οι οπαδοί ηλικίας 35 χρονών και πάνω, και οργανώνει μηχανοκίνητες δυνάμεις με διοικητή τον Χύνλαϊν. Οι άνδρες που αποτελούν τα «τάγματα εφόδου» είναι κιόλας εκατό χιλιάδες. Η ώρα για την κατάληψη της εξουσίας πλησιάζει.

* * *

Η σημαία της Πανευρώπης κυματίζει, ωστόσο, πάνω στη στέγη του ξενοδοχείου «Καϊζερχόφ» στο Βερολίνο, στις 17 Μαΐου 1930. Ο καγκελάριος Χάινριχ Μπρύνινγκ παραθέτει εκεί γεύμα στους αρχηγούς των αντιπροσωπειών που μετέχουν στο δεύτερο πανευρωπαϊκό συνέδριο. Τον Στρέζεμαν τον έχει διαδεχθεί ο Δρ Κούρτιους, ο οποίος, παρ’ όλη την καλή θέληση που έχει, δεν κατορθώνει να πληρώσει το κενό που άφησε ο προκάτοχος του. Ο Γερμανός υπουργός συγχαίρει θερμά τον Κουντενχόβε: «Ο κ. Μπριάν διάλεξε τη σημερινή μέρα για να ανακοινώσει το περιεχόμενο του Μνημονίου του. Θεωρώ ότι το γεγονός δεν αποτελεί μόνο απότιση φόρου τιμής στο έργο σας, αλλά σημαίνει και υποστήριξη του συνεδρίου σας».
Ο Κουντενχόβε απαντά: «Θα προσπαθήσουμε να επωφεληθούμε από αυτή την ευνοϊκή σύμπτωση. Ο αρχηγός της γαλλικής αντιπροσωπείας κ. Λουσέρ μου παρέδωσε πριν από λίγο τα πρώτα αντίγραφα του εγγράφου αυτού. Ας ελπίσουμε τώρα ότι οι κυβερνήσεις θα τολμήσουν να ακολουθήσουν την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις πορεία».
Στην πραγματικότητα, ο Πρόεδρος της Πανευρώπης είναι βαθιά απογοητευμένος, αλλά τόσο από ιδιοσυγκρασία όσο και από σκοπιμό-τητα, κρύβει την ψυχική κατάστασή του. Αργότερα θα εξομοληγηθεί στην Ίντελ: «Πρόκειται για φτωχό, άχρωμο και ανούσιο κείμενο. Δεν παρέχει τίποτε που θα μπορούσε να εμπνεύσει τους λαούς μας και να κεντρίσει τη φαντασία τους• φαίνεται πως είναι γραμμένο για τους διπλωμάτες και τους νομικούς».
Είναι βέβαιο πως διπλωμάτες και νομικοί δεν θα χάσουν την ευκαιρία για ν’ ασκήσουν τη μικρόψυχη κριτική τους. Οι απαντήσεις των κυβερνήσεων που φθάνουν διαδοχικά στο Παρίσι —γιατί στη Γαλλία έχει ανατεθεί η συγκέντρωσή τους— δίνουν στον Μπριάν τη δυνατότητα να αναμετρήσει το μέγεθος της αποτυχίας. Η Ισπανία επιμένει στην απόλυτη ανεξαρτησία των κρατών και αρνείται να διακινδυνεύσει τις προνομιακές αυτές σχέσεις της με τη Λατινική Αμερική. Η Πορτογαλία επαναλαμβάνει τα ίδια επιχειρήματα, αλλά με άλλη διατύπωση. Οι Κάτω Χώρες ζητούν να συνεχισθούν οι διαβουλεύσεις. Την ίδια τοποθέτηση κάνει και η Πολωνία. Οι Φινλανδοί και οι Δανοί δεν θέλουν να εξασθενήσει η Κοινωνία των Εθνών. Με την άποψη αυτή συντάσσονται η Τσεχοσλοβακία και η Λεττονία. Άλλες μικρές χώρες υποστηρίζουν ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στα οικονομικά θέματα, όπως κάνει και το Λονδίνο, που εξαρτά την οριστική απόφασή του από τις διαβουλεύσεις του με τις υπόλοιπες κυβερνήσεις της Κοινοπολιτείας. Αντίθετα, η Γερμανία θεωρεί πρωταρχικό ζήτημα το πολιτικό, ενώ διατυπώνει παράλληλα προτάσεις για τη δασμολογική πολιτική, τις οποίες συνδέει με την ανάγκη να μετάσχουν στην επεξεργασία της εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι από το βιομηχανικό και εμπορικό κόσμο.

* * *

Κατά κάποιο τρόπο, τη μοναδική έκπληξη αποτέλεσε η απάντηση που ήλθε από τη Ρώμη. Η φασιστική κυβέρνηση προτείνει τη συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις για την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδιακή Ένωση, της Σοβιετικής Ένωσης και της Τουρκίας, που τις χαρακτηρίζει ως χώρες με τις οποίες υπάρχει «ντε φάκτο αλληλεγγύη». Η Ιταλία εκφράζει επίσης την επιθυμία να αναγνωρισθούν σ’ όλες τις χώρες, μικρές και μεγάλες, ίσα δικαιώματα και εξουσίες στη διοίκηση των θεσμικών οργάνων που θα ιδρυθούν μελλοντικά. Τέλος, ο Μουσολίνι προτείνει να υπαχθούν σε κοινή διοίκηση και διαχείριση οι Αποικίες, αν και όταν δει το φως της ημέρας η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία.
Από την Ελλάδα, επίσης εκπορεύεται ακτίνα φωτός: η Αθήνα θεωρεί αναγκαία και ζητάει τη σύμπραξη και της Τουρκίας για την οικοδόμηση της Ευρώπης. Όταν διάβασε το διορατικό αυτό αίτημα ο Κουντενχόβε, κατάλαβε αμέσως ότι ήταν προϊόν της οξυδέρκειας και αποφασιστικότητας του τότε πρωθυπουργού Βενιζέλου.
Είχαν συναντηθεί και γνωρισθεί στη Βιέννη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επέστρεφε από την Άγκυρα. Πίσω από ιδιότυπα ματογυάλια, τα μάτια του που είναι συνήθως γελαστά, προδίδουν με προκλητικές αναλαμπές μεγάλη ευφυία. Το εντυπωσιακό κεφάλι του διατηρεί πάντα μια ελαφριά κλίση προς τα πίσω και έτσι προβάλλεται καλύτερα το θαυμάσιο πάλλευκο γένι. Εντυπωσιακή και θαυμάσια είναι επίσης η ιστορία που αφηγείται στον Κουντενχόβε: «Όταν μετά την ανάληψη της εξουσίας, μελετούσα τα στοιχεία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, έκαμα ξαφνικά μια αποκαλυπτική διαπίστωση. Για να βγούμε από το δαιδαλώδη λαβύρινθο των αμοιβαίων διεκδικήσεων, δύο μόνο δυνατότητες υπήρχαν: οι ανένδοτοι και μέχρις εξοντώσεως αγώνες ή η έντιμη συμφιλίωση και η ειλικρινής συνεργασία.
«Πληροφόρησα τότε τον Μουσταφά Κεμάλ ότι ήμουν πρόθυμος να λησμονήσω το παρελθόν, να ανοίξω ένα καινούργιο κεφάλαιο στην ιστορία των εθνικών σχέσεών μας, πανέτοιμος να εγκαινιάσουμε πολι-τική ελληνο-τουρκικής φιλίας. Ο Κεμάλ, μεγάλος πολιτικός ηγέτης και προσωπικότητα ολκής, δέχθηκε αμέσως την προσφορά μου. Πήγα
λοιπόν στην Άγκυρα όπου συμφωνήσαμε γρήγορα για τις αρχές πάνω στις οποίες θα θεμελιωνόταν η συνεννόηση ανάμεσα στις δύο χώρες μας».
Ο Κουντενχόβε, που είχε ενθουσιασθεί, παρατήρησε: «Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα απ’ αυτό για τη Γαλλία και τη Γερμανία. Η αφήγησή σας αποδεικνύει και κάτι άλλο. Το αν δεν έχει ενωθεί ως τώρα η Ευρώπη δεν είναι λάθος των λαών της, αλλά σφάλμα ολέθριο που πρέπει να καταλογισθεί στους κυβερνήτες της».
Κατά τη συνομιλία αυτή, ο Βενιζέλος δεν παρέλειψε να τονίσει ότι τα ελληνικά και τα τουρκικά συμφέροντα ήταν τόσο στενά συνδεδεμένα, ώστε η προσχώρηση της Ελλάδος στην Πανευρώπη έπρεπε να εξαρτηθεί από τη συμμετοχή σ’ αυτή και της Τουρκίας.
Η απάντηση που δόθηκε, τρία χρόνια αργότερα, στο «Μνημόνιο Μπριάν», αποτελούσε απόδειξη για τη συνέπεια και σταθερότητα του Βενιζέλου.

* * *

Οι κάτοικοι της Γενεύης χρησιμοποιούν την έκφραση «la molle», όταν θέλουν να περιγράψουν μια κατάσταση αποχαυνώσεως, για τα αίτια της οποίας αποφεύγουν από ευπρέπεια να δώσουν περισσότερες εξηγήσεις. Όλα τα φαινόμενα πείθουν ότι η κατάσταση αυτή κάνει θραύση στους κύκλους των διπλωματών, των δημοσιογράφων και των υπουργών που έχουν συγκεντρωθεί στις όχθες της λίμνης Λεμάν, για την 11η Σύνοδο της Κοινωνίας των Εθνών. Στην ταβέρνα «Μπαβάρια», όπου ο Στρέζεμαν έκανε άλλοτε τον απολογισμό της ημέρας του μ’ ένα μεγάλο ποτήρι μπίρας στο χέρι, οι συντροφιές έπαψαν να είναι, όπως άλλοτε, αμέριμνες και ζωηρές. Μέσα σ’ αυτή την ήδη βαριά ατμόσφαιρα, έγιναν γνωστά τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών στη Γερμανία: Ο Χίτλερ και οι φίλοι του είχαν πετύχει να αυξήσουν τους βουλευτές τους στο Ράιχσταγκ, από 12 σε 107. Ο αριθμός των ψήφων που συγκέντρωσε το N.S.D.A.P —το Γερμανικό Εθνικό Σοσιαλιστικό και Εργατικό Κόμμα— ξεπέρασε τις 800.000 των προηγούμενων εκλογών και έφτασε στα 16 1/2 εκατομμύρια. Τα δημοκρατικά συστήματα διατρέχουν κάποτε παρόμοιους κινδύνους. Ένα μήνα αργότερα, οι ναζί βουλευτές κάνουν την είσοδό τους στο Ράιχσταγκ, με στολή και με άψογο στρατιωτικό βηματισμό.
Ο Μπριάν κάνει την τελευταία επίθεσή του, που γίνεται για την τιμή των όπλων: προτείνει τη σύσταση Μόνιμης Ευρωπαϊκής Γραμματείας, που θα μπορούσε να συνεχίσει τις ως τότε πρωτοβουλίες, μόλις θα ξεκαθάριζε ο συννεφιασμένος πολιτικός ορίζοντας. Όμως, η Μεγάλη Βρετανία ματαιώνει την πραγματοποίηση του σχεδίου, με το επιχείρημα ότι πρέπει να αποφευχθεί οπωσδήποτε η υποκατάσταση ή η υποβάθμιση της Γραμματείας της Κοινωνίας των Εθνών. Αντιπροτείνει, λοιπόν, την ανάθεση της Ευρωπαϊκής Γραμματείας στο σερ Έρικ Ντράμμοντ, που είναι ο γενικός γραμματέας της Κοινωνίας των Εθνών. Ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε ανατριχιάζει καθώς θυμάται το «Please, don’t go too fast». Ήταν η υπόδειξη που του είχε κάμει ο σερ Έρικ παλιότερα, αλλά είναι ανίκανος να αντιδράσει. Έτσι, η βρετανική πρόταση γίνεται τελικά δεκτή.

* * *

Πάντα κομψός, πάντα δραστήριος, ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε θα συνεχίσει να αγωνίζεται με πείσμα, παρά τις αντιξοότητες και την αδιαφορία. Κανένας δεν τολμάει να του κλείσει την πόρτα• ποιος όμως τον ακούει;
Ο θυρωρός του «Παρκχοτέλ» στο Μόναχο υποκλίνεται ελαφρά και με σεβασμό όταν ο Κουντενχόβε του προσφέρει ένα αντίτυπο του βιβλίου «Πανευρώπη».
— Σας ευχαριστώ θερμά, κύριε κόμη, για την τιμή. Μου αρέσει να διαβάζω. Μου αρέσει επίσης να ξέρω τι ενδιαφέρει τους πελάτες μας.
Λίγες μέρες αργότερα: «Το διαβάσατε; Ποια είναι η γνώμη σας;»
Η απάντηση έρχεται αβίαστα: «Ομολογώ, κύριε κόμη, ότι η Πανευρώπη είναι σπουδαία υπόθεση, ίσως ακόμη πιο σπουδαία και από τον αντισημιτισμό».
Ίσως!

* * *

Το Γκρούμπεν είναι ένα ασήμαντο χωριουδάκι με ελάχιστα σπίτια, χτισμένα σε μια πλαγιά του Χόρνμπεργκ, κοντά στο Γκστάαντ στην Ελβετία. Από το παράθυρο του γραφείου του ο Κουντενχόβε έχει θαυμάσια θέα πάνω στους αστραφτερούς παγετώνες, πέρα από τους οποίους εκτείνεται το καντόνι του Βαλαί.
Είναι Χριστούγεννα του 1932 και ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε, μόλις πριν από λίγο τελείωσε το διάβασμα μιας επιστολής, που μπορεί να θεωρηθεί, όπως θα αποδειχθεί αργότερα, ως θλιβερό ραντεβού με την Ιστορία. Εκείνη την ώρα, όμως, που κανένας δεν μπορούσε να μαντέψει τι επιφυλάσσει το μέλλον, η επιστολή αυτή δεν είναι παρά απλή πρόσκληση για να μιλήσει στο Βερολίνο στα μέλη της λέσχης των S.S.S. Για θέμα της ομιλίας προτείνεται «η ευρωπαϊκή αποστολή της Γερμανίας».
Η λέσχη S.S.S. ονομάστηκε έτσι από τα αρχικά των επωνύμων των ιδρυτών της, που ήταν: ο στρατηγός φον Ζέεκτ, πρωτεργάτης στην αναδιοργάνωση του γερμανικού στρατού, ο Δρ. Βάλτερ Ζίμονς, πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ράιχ και ο Δρ. Βίλχελμ Ζολφ, πρώην υπουργός των Εξωτερικών. Έτσι συνδέονται οι ένοπλες δυνάμεις, η δικαιοσύνη και η διπλωματία• τις ενώνει η αυταπάτη ότι εξακολουθούν να αποτελούν ουσιαστικούς παράγοντες στην άσκηση της εξουσίας.
Η λέσχη οργανώνει συγκεντρώσεις για εκλεκτό ακροατήριο, που παρακολουθεί διαλέξεις από ομιλητές ποιότητας και συζητάει στο τέλος πάνω στα θέματα που αναπτύχθηκαν. Οι συγκεντρώσεις πραγματοποιούνται στο ξενοδοχείο «Κάιζερχοφ», όπου ο καγκελάριος Μπρύνινγκ είχε δεξιωθεί πριν από δύο χρόνια τους αρχηγούς των αντιπροσωπειών που μετείχαν στο τελευταίο συνέδριο της Πανευρώπης.
Στο ταξίδι του για το Βερολίνο, που γίνεται με πολλούς σταθμούς, το ζεύγος Κουντενχόβε αποφεύγει να δει την πραγματικότητα. Και οι δύο μετρούν τις κόκκινες σημαίες με τον αγκυλωτό σταυρό, που προ-βάλλονται πάνω στο χιονισμένο τοπίο, και έχουν την εντύπωση ότι είναι πολύ πιο λίγες απ’ ό,τι περίμεναν. Μήπως πρόκειται για ένδειξη ότι ο ναζισμός άρχισε να υποχωρεί;
— Είναι αλήθεια ότι στις εκλογές του Ιουλίου οι ναζί βουλευτές, από 107 που ήταν, έγιναν 203, αλλά στις επόμενες, του Νοεμβρίου, οι έδρες των χιτλερικών περιορίστηκαν στις 196. Με αυτούς τους υπολογισμούς προσπαθεί ο Κουντενχόβε να τονώσει το ηθικό του.
Και θα έχει πραγματικά ανάγκη από μεγάλη τόνωση. Την ίδια μέρα που γινόταν η διάλεξη, δηλαδή στις 30 Ιανουαρίου 1933, ο Χίτλερ διοριζόταν καγκελάριος του Ράιχ από το στρατάρχη Χίντεμπουργκ. Από το μεσημέρι αρχίζει να ξεχύνεται προς το κέντρο του Βερολίνου αμέτρητο πλήθος που ξεκινάει απ’ όλα τα σημεία της πόλης, ακόμη και από τα πιο μακρινά προάστια. Και κέντρο του Βερολίνου είναι η Βίλχελμ-πλατς, όπου βρίσκεται η Καγκελαρία και το ξενοδοχείο Κάιζερχοφ, στο οποίο έχει καταλύσει ο καινούργιος καγκελάριος.
Η απέραντη πλατεία έχει μαυρίσει από τον κόσμο, ομάδες ανδρών με στολή τραγουδούν έξαλλα τον ύμνο «Deutschland über alles» και, την ώρα που αρχίζει το σούρουπο, ανάβουν ταυτόχρονα σχεδόν οι δάδες είκοσι πέντε χιλιάδων ανδρών, οι οποίοι με επικεφαλής τα ναζιστικά λάβαρα, θα παρελάσουν κάτω από την Πύλη του Βρανδεβούργου, για να κατακλύσουν στη συνέχεια, σαν πύρινος χείμαρρος, τη λεωφόρο «Ούντετ ντεν λίντεν».
Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να εισχωρήσουν από μια πλαϊνή πόρτα στο Κάιζερχοφ ο Κουντενχόβε και οι καλεσμένοι της λέσχης S.S.S.. Στο εσωτερικό του ξενοδοχείου συνωστίζονται εκατοντάδες από αστυνομικούς, καθώς και άνδρες των S.A. και των S.S., με στολή, που είναι το ίδιο έξαλλοι, όπως το πλήθος των διαδηλωτών στην πλατεία.
Όταν έκλεισαν τελικά οι βαριές δερμάτινες πόρτες της αίθουσας, όπου θα γινόταν η διάλεξη, ήταν πια απρόσβλητη από την οχλοβοή που επικρατούσε έξω. Τίποτε όμως δεν είχε εμποδίσει την ανησυχία
και το φόβο να τρυπώσουν μέσα και να φωλιάσουν στην ψυχή των ακροατών.
Στις εκλογές, που έγιναν το Μάρτιο του 1933, οι εθνικο-σοσιαλιστές εξασφάλισαν 288 βουλευτικές έδρες. Η Γερμανική Πανευρωπαϊκή Ένωση διαλύθηκε, η λειτουργία της απαγορεύθηκε και τα βιβλία του Κουντενχόβε καταστράφηκαν.
Χωρίς αίσθηση της πραγματικότητας, αλλά όχι χωρίς θάρρος, ο «προφήτης της Ευρώπης» κάνει τα τελευταία διαβήματά του. Ελπίζει ότι υπάρχουν δυνατότητες να δημιουργηθεί άξονας Παρισιού-Ρώμης! Θα αποτελούσε τον πυρήνα Ομοσπονδίας που θα υποστηριζόταν σίγουρα από τις παραδουνάβιες χώρες: την Πολωνία στο Βορρά και τα βαλκανικά κράτη στο Νότο… Χάρη στην επιμονή του, ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε γίνεται δεκτός από το Μουσολίνι. Η συνάντηση αυτή δεν απέδωσε τίποτε άλλο εκτός από το ότι ο Ασβέρο Γκραβέλλι, διευθυντής της επιθεωρήσεως «Αντί-Εουρόπα», όχι μόνο διέκοψε τις επιθέσεις εναντίον του Κουντενχόβε, αλλά και μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό του Πανευρωπαϊκού Κινήματος στην Ιταλία.
Ο Τσώρτσιλ άνοιξε τη βρύση, άφησε το νερό να τρέξει πάνω στο χέρι του και όταν βεβαιώθηκε ότι είχε εξασφαλισθεί η επιθυμητή θερμοκρασία, είπε:
«Κάντε ένα πολύ ζεστό λουτρό, κατόπιν αναπαυθείτε για μια ώρα στο κρεβάτι σας. Το ίδιο θα κάμω κι εγώ. Θα συναντηθούμε πάλι την ώρα του δείπνου».
Καθώς περίμενε να γεμίσει ο λουτήρας, ο Ρίχαρντ Κουντενχόβε άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω στο χειμωνιάτικο τοπίο του Κεντ — ήταν Φεβρουάριος του 1938. Οι τριανταφυλλιές στον κήπο του Τσάρτγουελλ έχουν κλαδευτεί σχεδόν σύρριζα. Ο Κουντενχόβε είχε έλθει για να περάσει εκεί το απόγευμα μόνο, αλλά και δεν μπόρεσε αρνηθεί την πρόσκληση να συνεχίσει τη συζήτηση για έναν πρόσθετο λόγο: όπως διαπίστωσε, ο Τσώρτσιλ δεν έχει εγκαταλείψει την Πανευρωπαϊκή υπόθεση, έστω κι αν τον απορροφά η έντονη πολιτική προσπάθεια που κάνει για ν’ αναχαιτισθεί ο Χίτλερ και να ολοκληρωθεί ο βρετανικός εξοπλισμός.
Ο Κουντενχόβε, που έχει πάντα πρόχειρες περικοπές από διάφορα συγγράμματα, θυμάται τώρα έναν αφορισμό του Νίτσε: «Θέλω τον άνθρωπο έτσι πλασμένο, ώστε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του και τους φίλους του• γενναίος ενώπιον του εχθρού, μεγαλόψυχος στο νικημένο• ευγενής σε κάθε περίσταση».
Εκείνο το χειμώνα, ο Κουντενχόβε βρίσκεται στο στρατόπεδο των ηττημένων και ο Τσώρτσιλ —που ξέρει καλά τι σημαίνει αυτή η κατάσταση— δείχνει στον καλεσμένο του κάτι περισσότερο από προσήνεια. Τον περιβάλλει με στοργή και εκτίμηση, που εκδηλώνει με
διάφορες μικροπεριποιήσεις και με το ιδιόμορφο χαμόγελο του. Οι χαρακτηριστικές χειρονομίες και η λάμψη των ματιών του προδίδουν εμπιστοσύνη, όχι όμως και χαρά.
Ύστερα από λίγες εβδομάδες, ο Χίτλερ θα προσαρτήσει την Αυστρία. Ύστερα από λίγους μήνες θα προκαλέσει την έκρηξη του πολέμου.

* * *

Νέα Υόρκη — φθινόπωρο 1940. Ποιες είναι οι χώρες, από τις οποίες ξεριζώθηκαν και βρέθηκαν συγκεντρωμένοι εδώ στο Ιντερνάσιοναλ Χόουμ» όλοι αυτοί οι σπουδαστές; Πού βρίσκονται οι γονείς τους; Ποια στολή φορούν τα αδέλφια και οι φίλοι τους που πολεμούν;
Με ιερογλυφικά σύμβολα, παράξενα βέλη, γεωμετρικά σχήματα, συνοψίζονται πάνω στα σημειωματάρια οι ιδέες που αναπτύσσει ο Κουντενχόβε στην ομιλία του:
«Ο παγκόσμιος πόλεμος δεν είναι εκείνος που θα καθορίσει αν θα πραγματοποιηθεί ή όχι η Ένωση της Ευρώπης• από την έκβασή του όμως θα εξαρτηθεί ποιο θα είναι το ιδεολογικό περιεχόμενο αυτής της Ενώσεως. Από ιδεολογική άποψη, ο σημερινός πόλεμος μπορεί να παραβληθεί με τρίγωνο, που οι πλευρές του είναι ο φασισμός, ο μπολσεβικισμός και η δημοκρατία.
»Με τη νίκη του Χίτλερ, η Ευρώπη θα γίνει φασιστική κάτω από γερμανική ηγεμονία• αν επικρατήσει ο Στάλιν, η Ευρώπη θα γίνει μπολσεβικική κάτω από ρωσική ηγεμονία• αν νικήσει ο Τσώρτσιλ, η αγγλοσαξωνική επιρροή θα είναι αποφασιστική σε μια Ευρώπη δημο-κρατική».
Στη συνέχεια, ο Κουντενχόβε απευθύνεται κυρίως στους Αμερικανούς ακροατές, όταν προσθέτει:
«Τα ζωτικά συμφέροντα της Αμερικής επιβάλλουν να βγει νικήτρια από τον πόλεμο η Αγγλία, γιατί φασιστική ή μπολσεβικική η Ευρώπη θα αποτελέσει θανάσιμη απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, μια Ευρώπη δημοκρατική θα είναι η καλύτερη εγγύηση για το μέλλον τους».
Την ώρα που μιλάει ο Κουντενχόβε, οι Χίτλερ και Στάλιν δεν έπαψαν να είναι σύμμαχοι και το Λονδίνο υποφέρει από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς. Όσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν έχουν τα μέσα αλλ’ ούτε και τη θέληση να εμπλακούν στον πόλεμο.

Προηγούμενα Άρθρα

Jean A. Pirlot, Χάγη

Read Next

Simone de Beauvoir, Η δύναμη της ηλικίας