Logo
Restore-El - 18 Μαρτίου 2015 17:52 μμ

Simone de Beauvoir, Η δύναμη της ηλικίας

La force d l’age, Gallimard, 1960. Μετφρ. Βάσω Μέντζου, από το “Σελίδες για την Ελλάδα του 20ου αιώνα”, εκδ. Ολκός, Αθήνα, 1995.
simon1Είχαμε σχεδιάσει από καιρό εκείνο το ταξίδι στην Ελλάδα· σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες, ακόμα και αν δεν ακολουθούσαμε τη μόδα, μας έσπρωχναν έτσι κι αλλιώς οι συνθήκες- πολλοί διανοούμενοι, με πενιχρά οικονομικά, κατάφερναν να επισκεφθούν με λίγα χρήματα εκείνη τη μακρινή αλλά με χαμηλό συνάλλαγμα χώρα. Η Ζεζέ είχε πάει την προηγούμενη χρονιά· είχε αρπάξει ελονοσία, αλλά ήταν γεμάτη ενθουσιασμό και μας είχε δώσει πολύτιμες πληροφορίες. Ο Μποστ φλεγόταν από την επιθυμία να μας συνοδέψει και είχαμε συμφωνήσει ότι θα ερχόταν μαζί μας για δυο-τρεις εβδομάδες.
Συνάντησα τον Σαρτρ και τον Μποστ στον σιδηροδρομικό σταθμό και πήγαμε για τρόφιμα. Τα εισιτήρια καταστρώματος που είχαμε πάρει ήταν μόνο για το ταξίδι, δεν δικαιούμαστε φαγητό· χάρη στην οικονομία αυτή, είχαμε την τσέπη γεμάτη και στα πλούσια αλλαντοπωλεία της οδού Παραδείσου σηκώσαμε ό,τι τραβούσε η όρεξη μας: είχα τη μεθυστική εντύπωση ότι λεηλατούσαμε, όχι ότι ψωνίζαμε. Επιβιβαστήκαμε στο Κάιρο Σίτν και παρατηρήσαμε ότι, ανάμεσα στους επιβάτες του καταστρώματος, είχε γίνει αυθόρμητα ένας διαχωρισμός: οι φτωχοί μετανάστες που επέστρεφαν στη χώρα στριμώχνονταν στο μπροστινό μέρος, με τους μπόγους τους- οι ελάχιστοι τουρίστες κάθονταν αναπαυτικά στο πίσω μέρος. Πιάσαμε μερικές σαιζ-λονγκ, τοποθετήσαμε τους σάκους μας, τις κουβέρτες μας —δεν είχαμε ούτε καν υπνόσακους— και ένα καμινέτο που είχε φέρει ο Μποστ, ο τεχνικός της εκστρατείας. Δυο ζευγάρια, καμιά τριανταριά χρονώ, έστησαν άλλη κατασκήνωση· είχαμε συναντήσει στο Μονπαρνάς μια από τις γυναίκες, μια ξύπνια μελαχρινή με κοντούς μηρούς, και τον άντρα της, ψηλό, ξανθό, ηλιοκαμένο, όμορφο, που τον βαφτίσαμε «ο συμπαθητικός ψηλός» · η πλάτη του ήταν ήδη πολύ ξεφλουδισμένη από τον ήλιο και εκείνη άλειφε τα εγκαύματα του με κρέμα. Στις έξι το πρωί, όταν οι ναύτες έπλεναν το κατάστρωμα με το λάστιχο, χοροπηδούσαν με τα μαγιώ τους, κάτω από πίδακες παγωμένου νερού. Φαίνονταν πανευτυχείς.
Το ίδιο κι εμείς. Το καμινέτο του Μποστ ξεχαρβαλώθηκε αμέσως. Αλλά οι μάγειρες μας άφηναν να ζεσταίνουμε στους φούρνους τους τις κονσέρβες μας από ξινολάχανο και κασουλέ. Μας έδιναν σταφύλια και ροδάκινα. Τρώγαμε, κοιμόμαστε, διαβάζαμε, μιλούσαμε. Καθώς με νανούριζε το κούνημα του πλοίου και με ζάλιζε ο ήλιος, είχα στην ψυχή ένα ευχάριστο κενό. Ξανάδα το στενό της Μεσσήνης και, τη νύχτα, το Στρόμπολι ξέρασε φωτιά. Ο χρόνος και το πλοίο γλίστρησαν απαλά ώς τον Ισθμό της Κορίνθου. Ως τον Πειραιά. Μέσα από έναν δρόμο γεμάτο λακκούβες, ένα ταξί μας πήγε στην Αθήνα.
Από το 1936 ο Μεταξάς ήταν δικτάτορας. Κάθε τόσο έβλεπες να παρελαύνουν στις πλατείες στρατιώτες με φουστανέλα· ωστόσο η Αθήνα δεν έμοιαζε με πρωτεύουσα στρατιωτικού κράτους· ήταν ακατάστατη, σκυθρωπή και εξαιρετικά εξαθλιωμένη. Με την πρώτη ματιά, γοητεύτηκα από τους πολυάνθρωπους δρόμους που ξετυλίγονται γύρω από την Ακρόπολη: ρόδινα ή γαλάζια σπιτάκια, πολύ χαμηλά, με ταράτσες και εξωτερικές σκάλες• μια μέρα, καθώς περνούσαμε, μερικά παιδιά μάς πήραν με τις πέτρες: «Για κοίτα! δεν χωνεύουν καθόλου τους ξένους», σκεφτήκαμε με απάθεια. Αργότερα, διασχίζοντας μια φτωχή χώρα, διαισθάνθηκα το μίσος και με πλήγωσε βαθιά. Όμως στη δεκαετία του τριάντα, ενώ εξοργιζόμαστε με την αδικία του κόσμου, προπαντός όταν ταξιδεύαμε και η γραφικότητα μας παραπλανούσε, την παίρναμε συχνά για φυσικό δεδομένο. Απέναντι στις πέτρες των παιδιών στην Ελλάδα, χρησιμοποιήσαμε τη συνηθισμένη μας υπεκφυγή: οι τουρίστες που είχε για στόχο η οργή τους δεν είμαστε στ’ αλήθεια εμείς. Δεν αναγνωρίζαμε ποτέ για δική μας την κατάσταση που μας επέβαλλαν αντικειμενικά οι συνθήκες. Με την απερισκεψία και με την έλλειψη ειλικρίνειας, αμυνόμαστε απέναντι στις πραγματικότητες που κινδύνευαν να δηλητηριάσουν τις διακοπές μας. Ωστόσο νιώσαμε κάποια δυσφορία σε μερικές γειτονιές του Πειραιά, γεμάτες εύθυμα βαμμένες αλλά τρομαχτικά φτωχές παράγκες. Οι άνθρωποι που ήταν κλεισμένοι σ’ εκείνες τις περιοχές δεν ένιωθαν άνετα μέσα στη βρωμιά της πόλης τους όπως οι Ναπολιτάνοι στη Νεάπολη: ήταν κάτι σαν τσιγγάνοι, μετανάστες, μέτοικοι, ναυάγια της ζωής, υπάνθρωποι. Ρακένδυτοι, πεινασμένοι, βρωμεροί, δεν είχαν ούτε την ευγένεια ούτε την ευθυμία των Ιταλών. Μερμηγκιές οι ζητιάνοι, έδειχναν με κακία τις πληγές τους. Υπήρχαν πάρα πολλά ανάπηρα παιδιά, δύσμορφα, τυφλά, ακρωτηριασμένα. Στην προκυμαία του Πειραιά είδα έναν υδροκέφαλο μπόμπιρα που αντί για κεφάλι είχε ένα τερατώδες εξόγκωμα, όπου μόλις διαγραφόταν ένα πρόσωπο. Στο σύνολο τους, ακόμα και οι μικροαστοί, οι εύποροι αστοί, όλοι οι Αθηναίοι ήταν θλιβεροί. Στα υπαίθρια καφενεία, συναντούσες μόνο άντρες, κάπως κορδωμένους, ντυμένους με σκούρα ρούχα, που δεν μιλούσαν, μόνο έπαιζαν με ύφος σκυθρωπό τα κεχριμπαρένια κομπολόγια τους. Όταν ζητούσες από κανέναν έμπορο κάτι που δεν το είχε, μια εφημερίδα που δεν είχε έρθει ακόμα, το πρόσωπο του έπαιρνε έκφραση περιφρόνησης και κατάπληξης  κουνούσε το κεφάλι, με μια κίνηση που στη Γαλλία σημαίνει ναι, και που καθρέφτιζε όλη τη δυστυχία του κόσμου.
Είχαμε πιάσει δωμάτιο σ’ ένα αξιοθρήνητο ξενοδοχείο, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Το αφεντικό είχε επιτρέψει στον Μποστ να κοιμάται δωρεάν στην ταράτσα  μερικές φορές ο Μποστ προτιμούσε να περνάει τη νύχτα κάτω από τα πεύκα της Πνύκας. Για να πάρουμε πρωινό, ανηφορίζαμε την —σχετικά— πολυτελή οδό Σταδίου  ήδη στις εννιά το πρωί, η θερμοκρασία πλησίαζε τους 35° και καθόμαστε κάθιδροι στο πεζοδρόμιο ενός φημισμένου ζαχαροπλαστείου, όπου έπινα σοκολάτα με σαντιγύ, ενισχυμένη με έναν κρόκο αυγού. Ήταν το καλύτερο γεύμα της ημέρας. Τα κομψά γαλλικά εστιατόρια δεν ήταν για την τσέπη μας και τρώγαμε πολύ άσχημα στις ταβέρνες της πλατείας Ομονοίας, όπου ο κατάλογος έγραφε στα γαλλικά: indestins de mouton a la broache.  Το ρύζι κολλούσε στον ουρανίσκο και μύριζε λίπος. Σ’ όλους τους γύρω δρόμους, έψηναν αρνίσια εντόσθια που δεν μας δελέαζαν. Εξάλλου μου προκαλούσαν απέχθεια όλα εκείνα τα αρνιά με την ηλίθια όψη, που επιδείκνυαν, στις αγορές της Αθήνας, με θλιβερή αδιαντροπιά την αναιμική και ζαρωμένη σάρκα τους. Θυμάμαι την ημέρα όπου ψάχναμε για εστιατόριο στην οδό Σταδίου που ψηνόταν στον μεσημεριανό ήλιο  ο Σαρτρ τα απέρριπτε όλα και τον έπιασε ένας από εκείνους τους σύντομους θυμούς που ενισχυόταν από τον καύσωνα  γελούσε και ο ίδιος με τους θυμούς του, αλλά βεβιασμένα. «28 Ιουλίου 1937. Θυμός διαρκείας του Πουλού», μουρμούριζε, παρωδώντας τα ταξιδιωτικά ημερολόγια, που άλλωστε δεν κρατούσαμε. Εκείνη την ημέρα, ή κάποια άλλη, ανακαλύψαμε μια μικρή γερμανική μπυραρία, με σκιά, και από τότε τρεφόμαστε σχεδόν αποκλειστικά με Bauernfrühstück. Στα καφενεία, πίναμε σε μικρά φλιτζανάκια ένα μαύρο σιρόπι, που ήταν καφές και μου άρεσε πολύ  πίναμε μεγάλα ποτήρια παγωμένο χλωριούχο νερό, που το σέρβιραν με μια κουταλιά γλυκό κεράσι,    ένα πιατάκι.
Περνούσαμε τις μέρες μας στους δρόμους, στις αγορές, στο λιμάνι, στον Λυκαβηττό, στα μουσεία, αλλά κυρίως στην Ακρόπολη και στην Πνύκα, απ’ όπου βλέπαμε την Ακρόπολη. Την ομορφιά είναι πιο δύσκολο να την περιγράψεις απ’ ό,τι την ευτυχία. Αν πω: είδα την Ακρόπολη· στο μουσείο είδα τις Κόρες, δεν έχεις τίποτα να προσθέσεις, αλλιώς θά ‘πρεπε να γράψεις ένα άλλο βιβλίο. Εδώ δεν περιγράφω την Ελλάδα, αλλά μόνο τη ζωή που περάσαμε εκεί. Τώρα πια δεν μας έπιανε βουβαμάρα μπροστά στους ελληνικούς ναούς· είχαμε μάθει να τους αποδίδουμε με λέξεις· στην Πνύκα ανακαλούσαμε τους περασμένους αιώνες, τις συνελεύσεις, τα πλήθη, τη βαβούρα της αρχαίας Αθήνας. Τις περισσότερες φορές όμως ήμασταν συγκινημένοι και σιωπούσαμε. Τα δειλινά, διαπιστώναμε ότι ο Υμηττός ήταν στ9 αλήθεια μενεξεδής. Τότε οι φύλακες μας έδιωχναν από την Ακρόπολη. Ο Σαρτρ και ο Μποστ έκαναν αγώνες ταχύτητας από πάνω ως κάτω στη μαρμάρινη σκάλα όπου μια πινακίδα προειδοποιούσε: απαγορεύεται η ρίψις σκουπιδιών. Είχε εμπνεύσει στον Σαρτρ μια στροφή κλωντελικού ρυθμού: «Στα σκαλιά της μαρμάρινης σκάλας — Ξέροντας ότι απαγορεύεται η ρίψις σκουπιδιών — Ο μικρός Μποστ, ξεχασμένος εκεί — έτρεχε».
Οργανώσαμε με πολλή φροντίδα έναν γύρο στις Κυκλάδες: Μύκονος, Δήλος, Σύρα, Σαντορίνη. Κοιμόμαστε στο κατάστρωμα των μικρών πλοίων, όπως είχαμε κοιμηθεί και στο Κάιρο Σίτυ. Ένα πελώριο κοκκινωπό φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό τη νύχτα που αφήσαμε τον Πειραιά και ο αέρας ήταν τόσο γλυκός που η καρδιά μου γέμισε συγκίνηση· περισσότερο από μια φορά με ξύπνησε η ευτυχία και άνοιξα τα μάτια για να δω τη Μεγάλη Άρκτο. Στη Μύκονο ήπιαμε καφέ και είδαμε τους ανεμόμυλους. Ένα καΐκι μας πήγε στη Δήλο· η θάλασσα ήταν ταραγμένη και άρχισα να βγάζω τα συκώτια μου. «θα μείνουμε στη Δήλο τέσσερις ώρες ή τρεις μέρες;» με ρώτησε ο Σαρτρ αδιαφορώντας για εκείνους τους σπασμούς που τους απέδιδε στην απροθυμία μου. «Τέσσερις ώρες ή τρεις μέρες; Αποφασίστε.» Το ίδιο μου έκανε, δεν είχα πια ούτε σώμα ούτε ψυχή. Εκείνος με βομβάρδιζε: «Πρέπει να αποφασίσουμε τώρα.» Ψέλλισα: «Τρεις μέρες», και μισολιποθύμησα. Συνήλθα, τρεκλίζοντας, στον δρόμο για το Τουριστικό Περίπτερο. Τα δύο δωμάτια ήταν κατειλημμένα από δύο νεαρούς Εγγλέζους, ντυμένους με σορτς αψεγάδιαστης λευκότητας· ο διευθυντής όμως μας βοήθησε να τακτοποιήσουμε τα συμπράγκαλά μας στην ταράτσα. Ο Σαρτρ έμεινε στο περίπτερο κι εγώ με τον Μποστ πήγαμε να κάνουμε μπάνιο που ηρέμησε τη ναυτία μου, ενώ η ηλιοθεραπεία μου έγδαρε αλύπητα την πλάτη. Υπέφερα όμως στωικά τον πόνο, επειδή ήμουνα ευχαριστημένη. Μας άρεσαν τόσο τα στοχαστικά λιοντάρια, ανάμεσα στα μάρμαρα των ναών! Μας γοήτευε τόσο το ότι εκείνα τα ερείπια, όπως και στην Πομπηία, ήταν, τα περισσότερα, ερείπια μιας ζωντανής πόλης: ένα λιμάνι με τα μαγαζιά του, τις αποθήκες του, τις παράγκες του, τα κέντρα διασκεδάσεως για τους ναυτικούς! Νωρίς το πρωί, αποβιβάζονταν από τη Μύκονο γυναίκες με τοπικές φορεσιές και άπλωναν στην αποβάθρα διάφορα τουριστικά είδη: σάλια, χαλιά, σκουφιά, φτηνά κοσμήματα, ένα σωρό ψευτοπράματα. Κατά τις έντεκα, αγκυροβολούσε ένα κρουαζιερόπλοιο, οι τουρίστες κατέβαιναν ακολουθώντας σταθερά έναν ξεναγό, όπως ψηλά στον Βεζούβιο. Έμεναν μετά βίας τρεις ώρες και οι περισσότεροι γευμάτιζαν στο ξενοδοχείο· «έκαναν» βιαστικά τα ερείπια. Μερικοί παράτολμοι επιχειρούσαν ν’ ανέβουν στον Κύνθο: τους κατέβαζαν στην αποβάθρα με σφυρίγματα· αγόραζαν διάφορα μικροπράγματα και τους κοιτάζαμε που επιβιβάζονταν ξανά με ένα εξαίσιο αίσθημα ανωτερότητας. Και οι έμποροι ανέβαιναν στο καΐκι τους. Το νησί γινόταν πάλι ιδιοκτησία μας. Λίγο αργότερα, ανεβαίναμε στον Κύνθο και κοιτάζαμε στο βάθος τα νησιά που έλαμπαν και ύστερα χάνονταν στη μενεξεδένια σκόνη του δειλινού. Η Δήλος ήταν ένα από τα μέρη όπου είχα δικό μου τον παράδεισο.
Κοιμηθήκαμε στο ατμόπλοιο που μας πήγε στη Σύρα, ανάμεσα σε κλουβιά με κότες που βρωμοκοπούσαν. Το πρωί ανεβοκατεβήκαμε σκάλες, ανάμεσα σε παμπάλαια άσπρα σπίτια. Το απόγευμα πήγα για μπάνιο με τον Μποστ, σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων, στην άλλη πλευρά του νησιού. Στις τρεις το πρωί επρόκειτο να πάρουμε το πλοίο για τη Σαντορίνη και πλαγιάσαμε και οι τρεις πάνω σε έναν μεγάλο σωρό άμμου, στο λιμάνι. Κοιμήθηκα με σφιγμένες γροθιές. Σηκώσαμε άγκυρα την αυγή και την επόμενη αυγή ξυπνήσαμε στους πρόποδες των βράχων της Σαντορίνης. Το ατμόπλοιο είχε αράξει μακριά από την ακτή, γύρω του χαλούσαν τον κόσμο οι βάρκες· τρεις νεαροί Γάλλοι γενειοφόροι, που φοβόνταν μήπως τους «κλέψουν», παζάρευαν την τιμή του περάσματος με μια έπαρση που δύσκολα έκρυβε την τσιγκουνιά τους: επισκέπτονταν μια φτωχή χώρα και νόμιζαν ότι θα τους γελάσουν, αν δεν τους γελούσαν εκείνοι. Τους κατακρίναμε, μεταξύ μας, όπως τους έπρεπε. Τους λυπήθηκα κιόλας. Τι ηλιθιότητα να χαλάνε εκείνο το αστραφτερό όραμα: τα άσπρα σπίτια να λάμπουν ψηλά στον αιματόχρωμο βράχο που έκανε χτυπητή αντίθεση με το γαλάζιο της θάλασσας. Οι βαρκάρηδες, ύστερα ένα μονοπάτι με σκαλιά μάς οδήγησαν στο χωριό και ζητήσαμε το ξενοδοχείο «Ηφαίστειο» όπου σκοπεύαμε να καταλύσουμε. Οι άνθρωποι κουνούσαν με θλίψη το κεφάλι ή χαμογελούσαν. Κάποιος μας έδειξε μια τρύπα σ’ έναν τοίχο: μια ταβέρνα. Ο ταβερνιάρης μας σέρβιρε πηχτούς καφέδες κι έφερε έναν ναργιλέ που ο Σαρτρ και ο Μποστ τον κάπνισαν με ζήλο, ο ένας μετά τον άλλον. Ζητήσαμε πάλι το ξενοδοχείο «Ηφαίστειο» · τελικά κατάλαβε και μας εξήγησε ότι είχαμε κάνει λάθος στο χωριό· δεν είχαμε κατεβεί στη Θήρα, την κυρίως κωμόπολη, αλλά στην Οία, στη βορινή άκρη του νησιού. Λίγο μας ένοιαζε  το μόνο που είχαμε να υποστούμε ήταν ένα μονοπάτι στην άκρη του βράχου, που το ακολουθήσαμε για λιγότερο από τρεις ώρες. Διαπίστωσα ότι ο βράχος δεν ήταν στ’ αλήθεια κόκκινος, έμοιαζε με κάτι γλυκά του ταψιού με φύλλο, όπου εναλλάσσονταν διάφορα στρώματα, κόκκινο, σοκολατί, ώχρα, κερασί, πορτοκαλί, λεμονί  απέναντι, οι Καμένες έλαμπαν σαν ανθρακίτης. Βρήκαμε το ξενοδοχείο «Ηφαίστειο»  για οικονομία, και επειδή φοβόμαστε τους κοριούς, ζητήσαμε από το αφεντικό να κοιμηθούμε στην ταράτσα. Δέχτηκε. Έζησα ξανά παραδεισένιες νύχτες. Το σκληρό τσιμέντο δεν με ενοχλούσε. Τυλιγμένοι στις κουβέρτες μας, ακούγαμε πάνω από το κεφάλι μας ψίθυρους, πνιχτά βήματα: άνθρωποι, σκύλοι που περπατούσαν πάνω σε άλλες στέγες, γιατί η πόλη ήταν χτισμένη κλιμακωτά, από ταράτσα σε ταράτσα. Η κόρη του ξενοδόχου μάς ξυπνούσε φέρνοντας μας έναν κουβά νερό, μια λεκάνη  κάτω από μας βλέπαμε ασβεστωμένους τρούλους, κατάλευκες ταράτσες και, μέσα στην εκθαμβωτική θάλασσα, το θειάφι και τη λάβα των Καμένων. Με το πρώτο πετάρισμα των βλεφάρων μου, λουζόμουνα σε μια ομορφιά τόσο διαπεραστική που μου φαινόταν ότι κάτι μέσα μου πήγαινε να σπάσει.
Το πρωί πίναμε καφέ στο ξενοδοχείο  το βράδυ τρώγαμε εκεί: μας σέρβιραν κάτι κοκαλιάρικα κοτόπουλα, ασθενικά, που η όψη τους στις αγορές του Πειραιά με αηδίαζε όσο και ή όψη των αρνιών. Το μεσημέρι ήμασταν πάντα σε κάποια εκδρομή. Η πιο μακρινή μάς οδήγησε στα ερείπια της Θήρας και στο ιερό του Σταυρού. Περπατούσαμε μέσα από αμπέλια, πάνω σε μονοπάτια όλο στάχτη, που υποχωρούσε κάτω από τα πόδια μας, έτσι ώστε κάναμε τρία βήματα αντί για ένα, ήταν στ’ αλήθεια κουραστικό  κι ο ήλιος να χτυπάει όσο ακολουθούσαμε τις μικρές άσπρες ξερολιθιές, όπου κάθε τόσο υψωνόταν μια καχεκτική συκιά. Εξάλλου χαθήκαμε λίγο. Τον Σαρτρ τον έπιασε πάλι ο θυμός: «Διασκέδαση για κουρέα!» μουρμούριζε  είπε ακόμα, μάλλον άδικα: «Έφυγα με σκοπό να κάνω μεγάλο τουρισμό και με βάζουν να παίξω τον πρόσκοπο!» Ηρέμησε, αλλά ήμασταν και οι τρεις εξουθενωμένοι όταν μπήκαμε στο Εμπόριο, όπου λογαριάζαμε να γευματίσουμε. Στους καυτούς δρόμους, στα ερμητικά κλεισμένα σπίτια, ψυχή  μια μαυροφόρα που προσπαθήσαμε να πλησιάσουμε τό ‘βαλε στα πόδια.  Γυρίζαμε γύρω γύρω μέσα σε κείνο το καμίνι  τελικά ανακαλύψαμε ένα καφενείο, γεμάτο μύγες που βούιζαν  μας σέρβιραν ντοματοσαλάτα σπαρμένη με ψόφιες μύγες, που κολυμπούσε σ’ ένα λάδι ακόμα πιο εμετικό από εκείνο του Ταρίφα. Για να σβήσουμε τη δίψα μας, είχαμε να διαλέξουμε ανάμεσα στη ρετσίνα που κανείς από μας δεν άντεχε, κι ένα νερό της στέρνας γεμάτο λάσπη· δοκίμασα να πιω εναλλάξ μια γουλιά κρασί, ύστερα νερό, διώχνοντας τη μια γεύση με την άλλη, αλλά αναγκάστηκα να παραιτηθώ.
Πήγαμε με βάρκα στις Καμένες: από το γεμάτο θειάφι έδαφος που έκαιγε τα πόδια έβγαιναν καπνοί. Ήταν εκπληκτικός εκείνος ο μαύρος κρατήρας με τις κίτρινες κηλίδες, ριγμένος κατευθείαν πάνω στα γαλάζια νερά. Ο Σαρτρ και ο Μποστ βούτηξαν, σε μικρή απόσταση από τα νησάκια, και κολύμπησαν γύρω από τη βάρκα· μερικές φορές το νερό τούς ζεματούσε, ενώ το απύθμενο βάραθρο από κάτω τούς τρόμαζε· ανέβηκαν γρήγορα στη βάρκα.
Από τη Σαντορίνη επιστρέψαμε κατευθείαν στην Αθήνα. Καθισμένοι ανακούρκουδα στο κατάστρωμα, ο Σαρτρ και ο Μποστ έπαιζαν με τα σουραύλια τους ελληνική μουσική: τραγουδούσαν με τη μύτη πολύ ωραία. Στα λιμάνια ο Μποστ βουτούσε και κολυμπούσε γύρω από το καράβι. Έμεινε στον Πειραιά απ’ όπου πήρε πάλι το πλοίο για τη Γαλλία. Μας διηγιόταν αργότερα πως είχε περάσει την τελευταία ελληνική του νύχτα σε μια φριχτή τρώγλη. Όταν ζήτησε από την ξενοδόχα να του δείξει αυτό που αποκαλούσαμε «ο βόθρος», εκείνη έδειξε με μια μεγάλη κίνηση τη θάλασσα, φωνάζοντας όπως ο Ξενοφών: «Θάλασσα! Θάλασσα!»
Πήγα στους Δελφούς με τον Σαρτρ. Το τοπίο όπου το μάρμαρο δένει τόσο τρυφερά με την ελιά, και τη θάλασσα στο βάθος, ξεπερνούσε σε ομορφιά όλα τα άλλα μέρη της γης. Στο στάδιο, όπου κοιμηθήκαμε την πρώτη νύχτα, ο άνεμος φυσούσε τόσο δυνατά ώστε την επομένη πιάσαμε δωμάτιο σε ξενοδοχείο· ευτυχώς, γιατί το βράδυ μια καταιγίδα μαστίγωσε άγρια τα ερείπια και τα δέντρα. Με τη μύτη στο παράθυρο, απολαμβάναμε την τύχη μας: να ακούς να βροντάει ο θυμός του Δία πάνω από τις Φαιδριάδες. Κατεβήκαμε στην Ιτέα, κοιμηθήκαμε μερικές ώρες σ’ ένα θλιβερό xenodokeion. Όταν ξύπνησα τη νύχτα για να πάρω το πλοίο, διέκρινα από μια ανοιχτή πόρτα την πλάτη μιας γυναίκας με μακρύ μαύρο φόρεμα που χτένιζε τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Γύρισε: ήταν άντρας με γενειάδα, παπάς• ήταν ολόκληρο κοπάδι και διέσχισαν τη διώρυγα μαζί μας. […]
Ανεβήκαμε με μουλάρια στο ναό των Βασσών. Πήγαμε με λεωφορείο στη Σπάρτη όπου δεν έχει τίποτα να δεις, και στον Μυστρά, όπου κοιμηθήκαμε στο πάτωμα ενός γκρεμισμένου ανακτόρου. Όταν ανοίξαμε τα μάτια, πέντε-έξι πρόσωπα πλαισιωμένα με μαύρα μαντίλια, έσκυβαν πάνω μας με απορία. Επισκεφθήκαμε όλες τις εκκλησίες, είδαμε όλες τις τοιχογραφίες, μας συγκίνησε και μας συνάρπασε εκείνη η συνολική αποκάλυψη της βυζαντινής τέχνης. Ο Σαρτρ έκλεψε ένα κρανίο από το οστεοφυλάκιο, και το πήραμε μαζί μας. Καθισμένοι στη δροσιά του δεσποτικού ανακτόρου, κάναμε έναν από τους δύο ή τρεις ιστορικούς καβγάδες της ζωής μας. Είχα σχεδιάσει ν’ ανεβώ στον Ταΰγετο: ανάβαση εννιάμισι ώρες, κατάβαση πεντέμισι, καταφύγιο, πηγές. Ο Σαρτρ είπε κατηγορηματικά όχι: την ήθελε τη ζωούλα του. Και σκέφτομαι ότι πράγματι θα μπορούσαμε λίγο- πολύ να πεθάνουμε από ηλίαση, μέσα σ’ εκείνες τις πέτρινες έρημους όπου χανόσουν τόσο εύκολα. Να δεις όμως τον ήλιο να ανατέλλει πάνω από τον Ταΰγετο, μπορούσες να χάσεις τέτοιο θαύμα; Το χάσαμε.
Μυκήνες. Στους τάφους, μπροστά στην Πύλη των Λεόντων, γνωρίσαμε, όπως και στην Ακρόπολη, εκείνη την «ανατριχίλα σαν σπινθήρα» για την οποία μιλάει τόσο ωραία ο Μπρετόν και η οποία γεννιέται όταν συναντήσεις την απόλυτη ομορφιά· και ίσως το πιο υπέροχο τοπίο της γης να ήταν εκείνο που ατένιζε η Κλυταιμνήστρα όταν, ακουμπισμένη στις επάλξεις του παλατιού, παραμόνευε στ’ ανοιχτά της θάλασσας την επιστροφή του Αγαμέμνονα. Μείναμε δύο μέρες στο ξενοδοχείο «Η Ωραία Ελένη και ο βασιλιάς Μενέλαος», όνομα που μας συνάρπαζε.
Φτάσαμε στη θάλασσα, στο Ναύπλιο· πάνω από τον κόλπο, σ’ ένα λόφο σκεπασμένο με φραγκοσυκιές όπου οι σάπιοι καρποί ανάδιναν μιαν αηδιαστική και υπόξινη μυρωδιά, υπήρχε μια φυλακή. Ένας φύλακας περπατούσε πάνω-κάτω ανάμεσα στους κάκτους και τα σκουριασμένα συρματοπλέγματα. Με αγέρωχη χειρονομία, έδειξε ένα παράθυρο με κάγκελα και είπε στα γαλλικά: «Εκεί μέσα, όλοι οι κομμουνιστές της Ελλάδας!» Τότε θυμηθήκαμε τον Μεταξά. Τον είχαμε ξεχάσει όταν κοιμόμασταν, όταν ξυπνούσαμε, στη βάση των κερκίδων της Επιδαύρου, με τον κυκλικό ουρανό για οροφή! Είναι μια από τις αναμνήσεις που με απέχθεια σκέφτομαι ότι θα πεθάνουν μαζί με μένα.


Η ΕΥΡΩΠΗ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

εκδ. ΠΟΤΑΜΟΣ, Αθήνα 2000

Ας προσέξουμε τη μελαγχολική διαπίστωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή -διεθνώς αναγνωρισμένου μεγάλου Ευρωπαίου- για την έλλειψη προσωπικοτήτων που θα έδιναν πάλι όραμα και ορμή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Λίγες μέρες προτού πεθάνει μου είχε πει: «Σου έχω πει από πολύν καιρό και το επαναλαμβάνω, δεν πάει καλά η Ευρώπη!.. Έχει χάσει τον δυναμισμό της, την πίστη στον εαυτό της. Της έλειψε η θέληση για μια πραγματική πολιτική ένωση. Την ένωση που θα την καθιστούσε ικανή να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Προς το συμφέρον όλου του κόσμου. Κατατρίβεται με πολλά και αποφεύγει το βασικό: να διαμορφώσει στερεούς θεσμούς που θα υπηρετούν ένα μεγάλο όραμα. Έχασε τις ευκαιρίες που της παρουσιάστηκαν. Όσο εξαπλώνεται χωρίς γερά θεμέλια, τόσο αδυνατίζει και παραπαίει. Και ρωτώ: Πού βλέπεις σήμερα ηγέτες εμπνευσμένους από την Ευρωπαϊκή Ιδέα, έτοιμους να αγωνισθούν με συνέπεια για την πραγμάτωσή της; Πρόθυμους έστω να περιστείλουν κάπως τις εθνικές σκοπιμότητες και τους οικονομικούς ανταγωνισμούς; http://www.potamos.com.gr/


ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΜΟΥ ΠΛΕΥΡΑ

Με αφορμή κουβέντες των «μεγάλων» για έναν κόσμο που σχετικώς πρόσφατα είχε καταποντισθεί και που αυτοί είχαν γνωρίσει, γεννήθηκε σε ένα πεντάχρονο παιδί ένα αίσθημα, μισό περιέργεια και μισό νοσταλγία, για τη Μικρά Ασία των δικών του από την πλευρά της μητέρας του. Περνώντας από τα ακούσματα στα βιβλία και τα οικογενειακά χαρτιά, η γνώση για τις μικρασιατικές του ρίζες έγινε με τον καιρό πιο στέρεη και πήγε στον χρόνο πιο βαθιά, ώσπου στα δεκαεννέα του αξιώθηκε την πρώτη επίσκεψη στην άλλη πλευρά του Αιγαίου.

https://kaponeditions.gr/

ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

Στο βιβλίο αυτό παρατίθενται όλες οι αρχαίες πηγές και οι επιστημονικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για τη Mάχη του Μαραθώνα, συμπεριλαμβανομένης της άποψης του συγγραφέα, η οποία βασίζεται στις γραπτές μαρτυρίες και κυρίως στην αφήγηση του Ηρόδοτου. Πλήρης βιβλιογραφία, από το 17ο αιώνα μέχρι σήμερα, και σπάνιοι χάρτες, συμπληρώνουν την έκδοση.

https://kaponeditions.gr/

ΠΙΕΡ ΒΙΝΤΑΛ-ΝΑΚΕ

ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

23,32€ 20,99€

Το βιβλίο Οι Δολοφόνοι της Μνήμηςτου μεγάλου ιστορικού και ελληνιστή Πιέρ Βιντάλ-Νακέ, αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη απάντηση στους αρνητές του Ολοκαυτώματος. Αποτελείται από πέντε δοκίμια, που αποσυναρμολογούν τους μηχανισμούς του ψεύδους και βοηθούν τον αναγνώστη να καταλάβει πώς μια τέτοια εκτροπή, όπως η άρνηση της χιτλερικής γενοκτονίας, είδε το φως της μέρας και απέκτησε δημοσιότητα, παρά τα σαθρά «επιχειρήματα» των αρνητών.

https://kaponeditions.gr/

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.