Vaclav Havel, Δυο λόγια περί του Λόγου

Το κείμενο είχε γραφεί σαν ομιλία του Χάβελ για την απονομή του βραβείου Ειρήνης στην έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης τον Οκτώβριο του 1989. Δε διαβάστηκε καθότι δεν του επιτράπηκε η έξοδος από την Τσεχοσλοβακία.
havel1Η διάκριση με την οποία τιμώμαι σήμερα ονομάζεται «Βραβείο Ειρήνης», και αυτοί που με τιμούν είναι βιβλιοπώλες, δηλαδή άνθρωποι που έχουν αφιερώσει τη δραστηριότητα τους στη διάδοση του λόγου. Το γεγονός αυτό μου δίνει αφορμή να εκφράσω μερικές σκέψεις σχετικά με τη βαθύτερη σχέση μεταξύ του λόγου και της ειρήνης, και σχετικά με τη βαθύτερη δύναμη του λόγου στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Εν αρχή ήν ο λόγος – τουλάχιστον αυτό διαβάζουμε στην πρώτη σελίδα ενός από τα σημαντικότερα βιβλία στην ανθρώπινη ιστορία. Εκεί αυτό αναφέρεται στο λόγο του θεού, που θεωρείται ως πηγή όλης της δημιουργίας, αλλά μεταφορικά μπορούμε να πούμε ότι το ίδιο ισχύει για κάθε ανθρώπινη πράξη. Πίσω από κάθε δημιούργημα του ανθρώπου, μάλιστα πίσω από την ίδια την ύπαρξη που ονομάζουμε «άνθρωπο», υπάρχει ο Λόγος. Είναι το ανθρώπινο πνεύμα, η ανθρώπινη ψυχή, η συνείδηση, η ικανότητα του ανθρώπου να δώσει στον κόσμο ένα νόημα, η δύναμη του να ζει και να δημιουργεί ενώ γνωρίζει ότι είναι θνητός. Όλα αυτά δεν είναι παρά εκφράσεις και αποτέλεσμα του Λόγου.
Ο λόγος του θεού είναι μεν η πηγή της δημιουργίας του κόσμου, αλλά ένα μέρος αυτής της δημιουργίας, ο ανθρώπινος πολιτισμός, οφείλεται σε ένα άλλο θαύμα του θεού: τον ανθρώπινο λόγο. Και αν το θαύμα αυτό είναι το κλειδί της ιστορίας του ανθρώπου, θα είναι πολύ περισσότερο το κλειδί της ιστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας. Αν δεν υπήρχε ο λόγος, που εξασφαλίζει την επικοινωνία μεταξύ των διαφορετικών ανθρώπινων «Εγώ», δε θα μπορούσε να υπάρξει ανθρώπινη κοινωνία.
Όλοι σχεδόν τα γνωρίζουμε αυτά, ή τουλάχιστον τα θεωρούμε αυτονόητα. Οι άνθρωποι είχαν πάντοτε συνείδηση της ιδιαίτερης σημασίας του λόγου στην πορεία της ανθρωπότητας.
Αλλά τα πράγματα δεν τελειώνουν εδώ. Το θαύμα του λόγου μας επιτρέπει να γνωρίζουμε, σε πολύ καλύτερο βαθμό από κάθε άλλο είδος ζωής, ότι στην πραγματικότητα τα όρια των γνώσεων μας είναι πολύ περιορισμένα και υπάρχουν μυστικά που βρίσκονται πέρα από τις δυνατότητες μας. Το μοναδικό όπλο μας για την αποκάλυψη αυτών των μυστικών είναι ο λόγος, και από τότε που υπάρχουν άνθρωποι προσπαθούν με τη βοήθεια του λόγου να ρίξουν φως στις άγνωστες μυστικές δυνάμεις —ή τουλάχιστον να τις πάρουν με το μέρος τους: οι πιστοί προσεύχονται στο θεό, οι μάγοι επικαλούνται τα πνεύματα, οι επιστήμονες διατυπώνουν θεωρίες, οι πολιτικοί κατασκευάζουν ιδεολογίες, όλοι με έναν κοινό σκοπό, να επηρεάσουν τους γνωστούς, και ιδίως τους άγνωστους νόμους του κόσμου.
Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, ένα μόνο είναι σίγουρο: όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν και πίστευαν πάντοτε στο λόγο, την κινητήρια δύναμη του κόσμου. Ο ανθρώπινος λόγος είχε πάντοτε τη δύναμη να κατευθύνει την ιστορία και να αλλάζει τον κόσμο.
Και αν αυτό ίσχυε πάντοτε, μπορεί να μην ισχύει σήμερα;
Ζείτε σε μια χώρα με μεγάλη ελευθερία του λόγου. Ο καθένας μπορεί να εκφραστεί με τον τρόπο που θέλει, χωρίς οι άλλοι να ενοχληθούν ή να τον εμποδίσουν. Ίσως νομίσετε πως υπερεκτιμώ τη σημασία του λόγου, καθώς εγώ ζω σε μια χώρα όπου ο λόγος πληρώνεται με φυλάκιση.
Σωστά, αλλά εγώ το βλέπω διαφορετικά: ζω σε μια χώρα όπου οι περιορισμοί και οι κυρώσεις απλά αποδεικνύουν πως ο λόγος έχει αρκετή δύναμη, ώστε να τον φοβάται ένα καθεστώς. Πρόσφατα όλος ο κόσμος γιόρτασε τα 200 χρόνια από τη γαλλική επανάσταση και όλοι θυμηθήκαμε την περίφημη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, όπου αναφέρεται ρητά πως κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να κατέχει τυπογραφείο. Τις μέρες εκείνες, 200 χρόνια μετά τη διακήρυξη, ο φίλος μου Φράντισεκ Στάρεκ καταδικάστηκε σε 2,5 χρόνια φυλάκιση επειδή εξέδιδε το ανεξάρτητο πολιτιστικό περιοδικό Βόκνο – και μάλιστα όχι σε ιδιωτικό τυπογραφείο αλλά με έναν προκατακλυσμιαίο πολύγραφο! Λίγο νωρίτερα είχε καταδικαστεί σε 16 μήνες φυλάκιση ο φίλος μου Ιβάν Γίρους, επειδή είχε γράψει σε μια γραφομηχανή αυτό που είναι γνωστό σε όλους: ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που κλείνονται άδικα στις φυλακές και βασανίζονται εκεί μέχρι θανάτου. Ο φίλος μου Πετρ Τσίμπουλκα βρίσκεται στη φυλακή επειδή διέδιδε κείμενα που είχαν εκδοθεί σε σαμιζντάτ και κασέτες ανεξάρτητων τραγουδιστών και μουσικών ομάδων. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Ζω σε μια χώρα όπου μια ομιλία σε ένα συνέδριο συγγραφέων μπορεί να κλονίσει το σύστημα. Θα μπορούσατε να φανταστείτε κάτι ανάλογο στην Ομοσπονδιακή Γερμανία; Ζω σε μια χώρα που πριν από 21 χρόνια συγκλονίστηκε από ένα κείμενο του φίλου μου Λούντβιχ Βακούλικ, το οποίο -σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει τη μεγάλη δύναμη του λόγου- ονομάζονταν «Δυο χιλιάδες λόγοι». Το κείμενο αυτό, εκτός των άλλων, ήταν ένας από τους λόγους για τη νυχτερινή εισβολή πέντε ξένων στρατών στη χώρα μας. Και δεν είναι σύμπτωση ότι, τη στιγμή που γράφω αυτά εδώ, το σημερινό καθεστώς κλονίζεται πάλι από ένα κείμενο μιας σελίδας, με τίτλο «Μερικές φράσεις». Ζω πραγματικά σε ένα σύστημα όπου ο λόγος μπορεί να κλονίσει τους μηχανισμούς και είναι πιο επικίνδυνος από δέκα μεραρχίες· ένα σύστημα όπου τα λόγια του Σολζενίτσιν θεωρούνται τόσο επικίνδυνα ώστε το κράτος αναγκάστηκε να βάλει το συγγραφέα βίαια σε ένα αεροπλάνο και να τον διώξει. Ζω σε ένα σύστημα όπου η λέξη «Αλληλεγγύη» μπορεί να κλονίσει μια στρατιωτική συμμαχία.
Όλα αυτά είναι γνωστά, έχουν επαναληφθεί πολλές φορές, μάλιστα έχει μιλήσει γι’ αυτά πριν από μένα από τη θέση αυτή ο μεγάλος προκάτοχος μου, Λεβ Κοπέλεφ.
Αυτό που θέλω να τονίσω εγώ είναι κάτι διαφορετικό. Δεν επιθυμώ μόνο να αναφερθώ στην τεράστια δύναμη που αποκτά ο ελεύθερος λόγος κάτω από συνθήκες ολοκληρωτισμού,  να αποδείξω τη δύναμη του  λόγου με το παράδειγμα χωρών στις οποίες μερικές λέξεις είναι πιο επικίνδυνες από ένα τρένο γεμάτο όπλα. Θέλω να μιλήσω γενικότερα, να εξετάσω το θέμα στις ευρύτερες και αντιφατικότερες διαστάσεις του.
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου μερικοί ιμάμηδες που κυριαρχούν σε μια χώρα μπορούν να καταδικάζουν δημόσια, χωρίς ντροπή, σε θάνατο έναν πολίτη της Μ. Βρετανίας, επειδή έγραψε ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Υποτίθεται φυσικά ότι η καταδίκη γίνεται στο όνομα δισεκατομμυρίων πιστών που προσβάλλονται από το βιβλίο, και αυτό είναι το χειρότερο: ζούμε σε έναν κόσμο όπου θα βρεθεί ένα -ελπίζουμε όχι μεγάλο- ποσοστό αυτών των δισεκατομμυρίων πιστών, που θα εγκρίνουν την καταδίκη.
Τι σημαίνει αυτό; Είναι ένα κύμα φανατισμού που αναβίωσε απροσδόκητα στην εποχή της συνόδου του Ελσίνκι. και οφείλεται στη δικαιολογημένη αντίδραση λαών που για αρκετούς αιώνες είχαν υποχρεωθεί να ζήσουν με έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό που δεν ήθελαν;
Σίγουρα υπάρχει αρκετή αλήθεια σ’ αυτή την υπόθεση. Όμως η καταδίκη κρύβει κάτι περισσότερο: είναι ένα σύμβολο. Ένα σύμβολο του πολυδιάστατου χαρακτήρα της δύναμης του λόγου.
Η δύναμη του λόγου έχει πολλές πλευρές. Δεν είναι μόνο ο λόγος της ελευθερίας που ακούγεται από τον Βαλέσα, ούτε μόνο η φωνή της λογικής του Ζαχάρωφ, ούτε είναι μόνο το βιβλίο του Ρουσντί —που προφανώς εκδόθηκε χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό για τις πιθανές συνέπειες.
Ας μην ξεχνούμε ότι εκτός από το λόγο του Ρουσντί υπάρχει και ο λόγος του Χομεϊνί. Εκτός από το λόγο που πυρπολεί μια κοινωνία για αλήθεια και ελευθερία, υπάρχει και ο απατηλός λόγος της προπαγάνδας, που παγιδεύει τη σκέψη και ρίχνει την κοινωνία σε χειμερία νάρκη, ή αντίθετα την οδηγεί στην αυτοκτονία. Πιστεύω ότι δεν έχω δικαίωμα να μιλώ σε Γερμανούς γι’ αυτή την πλευρά του λόγου, καθώς οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα πού μπορεί να οδηγήσει ο λόγος ενός παράφρονα μικροαστού. Δεν γνωρίζω ποια δύναμη κατόρθωσε πριν από μερικές μόλις δεκαετίες να υπνωτίσει ένα μεγάλο μέρος των γονέων σας, αλλά η δύναμη αυτή υπάρχει. Ο λόγος είναι ένα όπλο. Σημασία έχει ποιος το κρατά στα χέρια του, και ποιος στερείται αυτό το δικαίωμα.
Τι θέλω να πω: ο λόγος είναι ένα πολύπλευρο φαινόμενο που μπορεί να έχει θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα. Μπορεί να είναι μια αχτίδα φωτός στο βασίλειο του σκότους, όπως είχε ονομάσει κάποτε ο Μπελίνσκι την «Καταιγίδα» του Οστρόφσκι, αλλά μπορεί επίσης να είναι ένα δηλητηριώδες βέλος. Και δεν είναι μόνο αυτό: μπορεί άλλοτε να έχει τη μια μορφή και άλλοτε την άλλη, ή να έχει και τις δυο μορφές μαζί!
Τι ήταν τελικά ο λόγος του Λένιν; Λόγος ελευθερίας ή απατηλός, επικίνδυνος λόγος που οδηγεί στη σκλαβιά; Ως σήμερα δεν μπορούν να συμφωνήσουν όσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του κομμουνισμού, και προφανώς θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να συμφωνήσουν κάποτε. Προσωπικά, το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι ο λόγος του Λένιν ήταν ασυγκράτητος.
Τι ήταν ο λόγος του Μαρξ; Ήταν το φως που αποκάλυψε ένα αόρατο επίπεδο των κοινωνικών μηχανισμών ή ήταν ο σπόρος που γέννησε το Γκούλαγκ; Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά μάλλον ήταν και τα δυο.
Και τι μπορούμε να πούμε για το λόγο του Φρόυντ; Ήταν μια επιστημονική επανάσταση που άνοιξε στα μάτια μας την ανθρώπινη ψυχή, ή ήταν το παραμύθι που έκανε πλούσιους τους ψυχαναλυτές, καλλιεργώντας την αυταπάτη, στην οποία πιστεύουν οι μισοί Αμερικάνοι, πως μπορεί κανείς να απαλλαγεί από τα προβλήματα του αρκεί να τα διηγηθεί στον ειδικό;
Θα μπορούσα να πάω ακόμη μακρύτερα και να προκαλέσω ακόμη περισσότερο, ρωτώντας: τι ήταν τελικά ο λόγος του Χριστού; Ήταν η απαρχή της λύτρωσης και η ώθηση για ένα από τα μεγαλύτερα βήματα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού ή ήταν το θεωρητικό πλαίσιο για τη νομιμοποίηση των σταυροφοριών, της ιεράς εξέτασης, της εξόντωσης των Ινδιάνων, δηλαδή συνολικά της επέκτασης της λευκής φυλής, που έχει προκαλέσει τόσες τραγωδίες και έχει καταδικάσει την πλειοψηφία του ανθρώπινου πληθυσμού στη θλιβερή μοίρα  του  λεγόμενου  τρίτου   κόσμου;  Προτιμώ   να πιστεύω ότι ο λόγος του Χριστού ήταν μάλλον το πρώτο, αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω την ιστορία και τα βιβλία που ακούσια αποδεικνύουν ότι ακόμη και στα αγνά πρώτα χρόνια του χριστιανισμού, μέσα σε τόσες περιπέτειες, υπήρχε ο σπόρος για όλα τα παραπάνω.
Ο λόγος έχει και αυτός την ιστορία του. Υπήρξε μια εποχή όπου η λέξη «σοσιαλισμός» ήταν συνώνυμο ενός δίκαιου κόσμου και μαγνήτιζε ολόκληρες γενιές αδικημένων και καταπιεσμένων ανθρώπων που ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους, ή και την ίδια τη ζωή τους, στον αγώνα για το σοσιαλισμό. Δεν ξέρω πώς είναι τα πράγματα σήμερα στη χώρα σας, αλλά στην πατρίδα μου η λέξη αυτή —σοσιαλισμός— έχει γίνει το μαστίγιο με το οποίο κάποιοι τυχαίοι, νεόπλουτοι γραφειοκράτες, που δεν πιστεύουν σε τίποτε, χτυπούν τα δικαιώματα όσων πολιτών θέλουν να σκέφτονται ελεύθερα, ονομάζοντας τους «εχθρούς του σοσιαλισμού» και «αντεπαναστατικές δυνάμεις». Στη χώρα που ζω η λέξη αυτή έχει καταντήσει να είναι μια βαριά βλασφημία, και είναι καλό να μην τη χρησιμοποιεί κανείς αν δε θέλει να γίνει ύποπτος. Πρόσφατα βρέθηκα σε μια εντελώς αυθόρμητη διαδήλωση, που δεν είχε καμία σχέση με αντιφρονούντες και ήταν εναντίον της πώλησης του ομορφότερου μέρους της Πράγας σε κάποιον Αυστραλό δισεκατομμυριούχο. Πάνω στον ενθουσιασμό του ένας από τους ομιλητές θέλησε να κάνει έκκληση στην κυβέρνηση, και ζήτησε να ματαιωθεί η πώληση, στο όνομα της πατρίδας και του σοσιαλισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να αρχίσουν όλοι οι διαδηλωτές να γελούν.  Όχι βέβαια ότι ήταν αντισοσιαλιστές ή αντίθετοι με την κοινωνική δικαιοσύνη. Απλά, η λέξη «σοσιαλισμός» έχει ακουστεί όλα αυτά τα χρόνια αμέτρητες φορές, με κάθε πιθανή και απίθανη αφορμή, από ένα καθεστώς που αφαιρεί από τους πολίτες το δικαίωμα να μιλούν, ώστε έχει χάσει το νόημα της και όποιος συνεχίζει να τη χρησιμοποιεί πρέπει να είναι τουλάχιστον αφελής.
Η μοίρα παίζει στις λέξεις παράξενα παιχνίδια. Κάποτε υπήρχαν άνθρωποι που φυλακίζονταν και θυσίαζαν τη ζωή τους στο όνομα αυτής της λέξης -σοσιαλισμός -, και σήμερα η ίδια κατηγορία ανθρώπων, που τολμούν να βγουν στους δρόμους απέναντι σε ένα καταπιεστικό καθεστώς, ακούν τη λέξη «σοσιαλισμός» και γελούν.
Μια λέξη είναι πάντοτε κάτι περισσότερο από τον ορισμό που μπορούμε να διαβάσουμε στο λεξικό. Κάθε λέξη χρωματίζεται από την προσωπικότητα αυτού που τη χρησιμοποιεί, και από τις προθέσεις του. Ο λόγος μπορεί άλλοτε να ακτινοβολεί ελπίδα και άλλοτε να οδηγεί στην απελπισία. Ο ίδιος λόγος μπορεί τη μια φορά να είναι αληθινός και την άλλη ψεύτικος, τη μια να έχει βάρος και την άλλη να είναι απατηλός. Άλλοτε μπορεί να ανοίγει γοητευτικές προοπτικές, ενώ κάτω από διαφορετικές συνθήκες να αποτελεί μόνο τη γέφυρα προς ένα απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος λόγος μπορεί να είναι το στήριγμα της ειρήνης ή να μη διαφέρει καθόλου από την ηχώ των πολυβόλων.
Ο Γκορμπατσόφ θέλει να σώσει το σοσιαλισμό με την ελευθερία του λόγου και της αγοράς, ο Λι Πεγκ θέλησε επίσης να σώσει το σοσιαλισμό λιώνοντας τους φοιτητές κάτω από τα τανκς και ο Τσαουσέσκου «περιφρουρεί» τον σοσιαλισμό σφίγγοντας τη θηλιά γύρω από τους ρουμάνους —που τα τελευταία χρόνια δε σταματούν να σφίγγουν τα ζωνάρια τους. Τι σημαίνει τελικά αυτή η λέξη, που παίρνει τόσο διαφορετικές έννοιες στο στόμα διαφορετικών ανθρώπων; Τι μυστηριώδες πράγμα είναι αυτός ο «σοσιαλισμός» που πρέπει να σωθεί με τόσο διαφορετικούς τρόπους;
Ανέφερα στην αρχή τη γαλλική επανάσταση και τη διακήρυξη των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Κάτω από τη διακήρυξη αυτή υπάρχει η υπογραφή ενός ανθρώπου, που ήταν από τους πρώτους που εκτελέστηκαν στο όνομα της διακήρυξης. Μετά από αυτόν ακολούθησαν εκατοντάδες και χιλιάδες άλλοι. Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα —μεγαλειώδεις λέξεις! Αλλά με τις ίδιες λέξεις μπορεί να σχηματιστεί και το εξής τρομερό κείμενο: ο μελλοθάνατος ήταν ελεύθερος να διαλέξει αν θα πάρει το μέρος της επανάστασης ή της αντεπανάστασης και τώρα πρέπει να δεχτεί τις συνέπειες αυτής της ελεύθερης επιλογής του· όλοι είναι ίσοι απέναντι στη γκιλοτίνα (και αν θέλουμε να συνεχίσουμε, στο γνωστό πνεύμα: … η οποία θα τους οδηγήσει στους ουρανούς όπου όλοι είναι αδελφοί!).
Η λέξη «περεστρόικα» έχει αλλάξει εδώ και μερικά χρόνια το παγκόσμιο κλίμα. Όλοι οι λαοί την έχουν ταυτίσει με τη λέξη «ελπίδα». Εγώ όμως πρέπει να ομολογήσω ότι τρέμω στην προοπτική να ακολουθήσει και αυτή η λέξη τη μοίρα του «σοσιαλισμού», και να γίνει όργανο στα χέρια κάποιου νέου δυνάστη. Δεν ανησυχώ τόσο για την πατρίδα μου, όπου και σήμερα η λέξη αυτή στο στόμα του καθεστώτος δε διαφέρει από τη λέξη «μονάρχης» στο στόμα του Γιόζεφ Σβέικ. Αυτό που με τρομάζει είναι κάτι άλλο: μήπως -έστω από απελπισία- ο γενναίος άνθρωπος που υπάρχει σήμερα στο Κρεμλίνο χρησιμοποιήσει την περεστρόικα ως άλλοθι για να χτυπήσει τους απεργούς ή τα σοβιετικά έθνη που -χάρη στην περεστρόικα!— αρχίζουν να ζητούν την ανεξαρτησία τους. Καταλαβαίνω το μέγεθος της προσπάθειας του και καταλαβαίνω ότι όλα κρέμονται από μια κλωστή, που αν σπάσει θα κυλίσουμε όλοι στην άβυσσο. Όμως, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί η λέξη «περεστρόικα» σε ένα νέο δόγμα που απλά θα ανανεώσει το οπλοστάσιο εκείνων που μας βομβαρδίζουν σήμερα με το «σοσιαλισμό».
Η χώρα σας έχει προσφέρει μια μεγάλη συμβολή στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία: η πρώτη ώθηση για την ύφεση ήταν η λεγόμενη «οστπολιτίκ».
Αλλά και η λέξη αυτή μπορεί να έχει πολλές έννοιες. Τότε φυσικά είχε αποτελέσει την πρώτη ακτίνα ελπίδας για μια Ευρώπη δίχως ψυχρό πόλεμο και σιδηρούν παραπέτασμα, όμως ταυτόχρονα σήμαινε επίσης παραίτηση από την ελευθερία της ανατολικής Ευρώπης, δηλαδή από τη θεμελιώδη προϋπόθεση μιας πραγματικής ειρήνης. Θυμάμαι ακόμη ότι στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 με απέφευγαν οι φίλοι και συνάδελφοι μου από τη Δυτική Γερμανία, με τη σκέψη πως οι επαφές μαζί μου θα προκαλούσαν χωρίς λόγο την εδώ κυβέρνηση και ίσως κατέστρεφαν την ατμόσφαιρα της ύφεσης που άρχιζε να φαίνεται στον ορίζοντα. Αυτό που με πείραζε δεν ήταν τόσο η απομόνωση στην οποία βρέθηκα εγώ: ήταν το γεγονός ότι οι δυτικοί φίλοι μου είχαν δεχτεί στο όνομα της ειρήνης να θυσιάσουν την ελευθερία μου. Αναφέρω αυτό το παράδειγμα μόνο για να δείξω ότι είναι πολύ εύκολο, ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, μια λέξη να γίνει μπούμεραγκ και να δημιουργήσει θύματα. Και συνήθως αυτό συμβαίνει αθόρυβα, απαρατήρητα, χωρίς να το προσέξει κανείς· όταν έρθει η στιγμή να βγουν οι συνέπειες στην επιφάνεια, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να δηλώσουμε με σοβαρότητα ότι μένουμε έκπληκτοι.
Οι λέξεις έχουν πάντοτε ένα μυστηριώδη τρόπο να μας προδίδουν αν δεν τις χρησιμοποιούμε με περίσκεψη. Αρκεί μια μόνο στιγμή να πάρουμε στο στόμα μας μια λέξη χωρίς να έχουμε μετρήσει όλες τις συνέπειες, και οι συνέπειες αυτές θα ξεχυθούν από τον άυλο κόσμο των λέξεων στον υλικό κόσμο —και θα είναι συνήθως τραγικές.
Έρχομαι τέλος στη λέξη «ειρήνη». Τα τελευταία 40 χρόνια τη διαβάζω κάθε μέρα σε κάθε τοίχο και κάθε επιγραφή. Επί 40 χρόνια, εγώ και οι συμπολίτες μου έχουμε αναπτύξει ένα είδος αλλεργίας απέναντι στη λέξη αυτή, καθώς έχουμε μάθει τι σημαίνει για μας: στρατό, διαρκώς μεγαλύτερο και περισσότερο ξένο στρατό, που υποτίθεται ότι είναι εδώ για να προστατέψει την ειρήνη.
Παρά τη συστηματική αυτή προσπάθεια να εξουδετερωθεί, ή ακόμη και να αντιστραφεί η σημασία της λέξης «ειρήνη», βρέθηκαν μερικοί δον Κιχώτες από τη Χάρτα 77 και μερικοί νεαροί από την Ανεξάρτητη Κοινότητα Ειρήνης, που θέλησαν να αποκαταστήσουν τη λέξη και να της αποδώσουν το αρχικό της νόημα. Φυσικά όλοι αυτοί πλήρωσαν για την σημασιολογική «περέστρόικα» που επιχείρησαν, με μερικούς μήνες φυλακή ο καθένας. Αλλά άξιζε τον κόπο. Οι άνθρωποι θυμήθηκαν πάλι το πραγματικό περιεχόμενο της λέξης «ειρήνη», και αυτό ήταν το λιγότερο: όπως προσπαθώ πάντοτε να εξηγήσω, δεν πρόκειται για την απλή σωτηρία μιας λέξης αλλά για κάτι με πολύ σοβαρότερες συνέπειες. Όλες οι σημαντικές εξελίξεις στον κόσμο -είτε θετικές είτε αρνητικές- διαμορφώνονται και προετοιμάζονται στη σφαίρα του λόγου.
Ο σκοπός μου σήμερα δεν είναι μόνο να σας μεταφέρω την εμπειρία ενός ανθρώπου που έχει γνωρίσει τη δύναμη του ανθρώπινου λόγου, πληρώνοντας ο ίδιος με φυλάκιση την εμπειρία αυτή. Η πραγματική μου πρόθεση είναι να σας μεταδώσω μια άλλη εμπειρία από τη δική μας πλευρά του κόσμου, που πιστεύω ότι έχει γενική ισχύ: τη διαπίστωση ότι η σημασία των λέξεων δε σταματά στον ορισμό του λεξικού, ότι πρέπει κανείς να τις αντιμετωπίζει με μεγάλη περίσκεψη, αν όχι με σκεπτικισμό. Η δυσπιστία απέναντι στις λέξεις βλάπτει σίγουρα λιγότερο απ’ ό,τι η ευπιστία!
Σε τελική ανάλυση, αυτή ακριβώς -η βαθύτερη εξέταση της σημασίας και των προεκτάσεων του λόγου- είναι η κύρια αποστολή της διανόησης. Θυμάμαι αυτό που είχε πει κάποτε στην Πράγα ο προηγούμενος ομιλητής, Αντρέ Γκλούκσμαν: ο διανοούμενος πρέπει να είναι σαν την Κασσάνδρα -να ακούει προσεκτικά τα λόγια των ισχυρών και να προφητεύει τα κακά που κρύβονται σ’ αυτά τα λόγια.
Ας δούμε τα πράγματα από μια ακόμη πλευρά. Για πολλούς αιώνες Γερμανοί και Τσέχοι είχαν αμέτρητα προβλήματα στη συμβίωση τους στην κεντρική Ευρώπη. Δεν μπορώ να μιλήσω για λογαριασμό των Γερμανών, αλλά για τη δική μας κοινωνία μπορώ να πω ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν σβήσει τα εθνικιστικά πάθη και οι προκαταλήψεις. Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση ότι αυτό συνέβη κάτω από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, που γέννησε μέσα μας μια πολύ βαθιά δυσπιστία απέναντι σε κάθε είδους ιδεολογικά πυροτεχνήματα, συνθήματα και εκκλήσεις στα εθνικά, πατριωτικά ή πολιτικά μας αισθήματα. Μέσα σε μια πνιγηρή ατμόσφαιρα χιλιάδων κενών λέξεων αναπτύξαμε ένα αισθητήριο που μας επιτρέπει να βλέπουμε τον κόσμο όπως ακριβώς είναι: ένα σύνολο από δισεκατομμύρια ανεπανάληπτα ανθρώπινα υποκείμενα, με καλές και κακές ιδιότητες, με ικανότητες και σφάλματα, επιτυχίες και αποτυχίες, που δεν μπορούν να ισοπεδωθούν σε μια ομοιογενή μάζα και να ταξινομηθούν με χρωματιστές ετικέτες σε τάξεις, έθνη ή πολιτικές δυνάμεις —όπως θα λέγαμε «κολεόπτερα» και «λεπιδόπτερα» — που θα μπορούν, χωρίς καμία εξατομίκευση, να καταδικάζονται ή να κυβερνούν.
(Το παράδειγμα είναι φυσικά πολύ περιορισμένο για να περιγράψει όλα τα πλεονεκτήματα από την προσεκτική ανάλυση και την περίσκεψη απέναντι στις «μεγάλες» λέξεις. Η επιλογή του έγινε για να τονίσει τη συγκεκριμένη στιγμή, που ένας Τσέχος έχει την τιμή να μιλά σε γερμανικό ακροατήριο.)
Εν αρχή ην ο λόγος, λοιπόν! Αυτό είναι το θαύμα στο οποίο οφείλουμε την ανθρώπινη ιδιότητα -αλλά ταυτόχρονα είναι μια δοκιμασία, μεγαλύτερη απ’ ό,τι ίσως νομίζουν όσοι ζουν κάτω από συνθήκες ελευθερίας του λόγου και δεν μπορούν να εκτιμήσουν άμεσα τη σημασία αυτού του αγαθού.
Ο λόγος είναι η βασική προϋπόθεση της έννοιας «άνθρωπος».
Ο λόγος είναι παντού η βασική προϋπόθεση της έννοιας «άνθρωπος».
Ο ίδιος λόγος μπορεί να είναι άλλοτε προσγειωμένος και γεμάτος κατανόηση, και άλλοτε αλαζονικός. Είναι πολύ εύκολο από την πρώτη περίπτωση να βρεθούμε στη δεύτερη, ενώ το αντίστροφο είναι σχεδόν απίθανο. Προσπάθησα να το αποδείξω αυτό χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη μοίρα της λέξης «ειρήνη» στη χώρα μου.
Ο κόσμος μας, και κυρίως η Ευρώπη, δυο χιλιάδες χρόνια μετά το Χριστό βρίσκεται σε μια πολύ σημαντική διασταύρωση: ποτέ ως τώρα δεν υπήρχαν τόσο βάσιμες ελπίδες, ότι όλα τελικά μπορούν να πάνε καλά, αλλά και ποτέ δεν υπήρχαν τόσοι φόβοι ότι αν κάτι δεν πάει καλά αυτό θα είναι το τέλος για όλους. Δεν είναι δύσκολο να αποδειχτεί ότι πίσω από όλες τις απειλές που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος, από τον πυρηνικό πόλεμο ως την οικολογική καταστροφή και την πολιτισμική καταστροφή (εννοώ την ωρολογιακή βόμβα που κρύβεται στο τρομακτικό χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών), υπάρχει μια κοινή αιτία: η βαθμιαία μεταστροφή του ρεαλιστικού λόγου σε αλαζονικό.
Μέσα στην αλαζονεία του ο άνθρωπος άρχισε να πιστεύει ότι έχει κατανοήσει απόλυτα τη φύση και μπορεί να κάνει μαζί της ό,τι θέλει.
Άρχισε να πιστεύει ότι, ως κάτοχος του λόγου, μπορεί να εξηγήσει την ιστορία του, να σχεδιάσει έναν τέλειο κόσμο, και μάλιστα να τον επιβάλλει βίαια σε όλους, με την τρομακτική λογική των αριθμών: αξίζει να θυσιαστούν σήμερα μερικοί άνθρωποι, για τη μελλοντική ευτυχία όλων.
Πίστεψε τέλος ότι, όπως μπόρεσε να διασπάσει τον πυρήνα του ατόμου, θα μπορέσει και να ελέγξει τις δυνάμεις που ως μαθητευόμενος μάγος αποδέσμευσε, ότι ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών είναι ένα παιχνίδι σαν όλα τα άλλα.
Τα λάθη αυτά δεν είναι μικρά. Το μοναδικό παρήγορο στοιχείο είναι ότι ο άνθρωπος αρχίζει βαθμιαία να τα συνειδητοποιεί.
Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε, γνωρίζοντας τα παραπάνω, είναι να πολεμήσουμε την αλαζονεία του ανθρώπινου λόγου και να κυνηγήσουμε σχολαστικά το σπόρο της αλαζονείας σε λέξεις που ακόμη δεν έχουν χάσει τη σημασία τους. Το θέμα δεν είναι γλωσσολογικό. Η ευθύνη όλων μας απέναντι στην ποιότητα του λόγου είναι κυρίως ηθική, και ως ηθική ευθύνη δεν ανήκει στον ορατό κόσμο. Η θέση της είναι στη σφαίρα του Λόγου, που υπήρχε πριν από τον άνθρωπο και πριν από τον ανθρώπινο λόγο.
Δε θα προσπαθήσω να το εξηγήσω αυτό. Άλλωστε το έχει εξηγήσει πριν από μένα ο συμπατριώτης σας Ιμάνουελ Καντ, πολύ καλύτερα απ’ ό,τι θα είμαι ποτέ σε θέση να το κάνω εγώ.

Προηγούμενα Άρθρα

Francois Mitterrand, Ένα καινούργιο νόημα σ’ αυτόν τον κόσμο

Read Next

Ιωάννης Ζίγδης, Σύντομη βιογραφία